Three Billboards Outside Ebbing, Missouri

Όπως ακριβώς μας προϊδεάζει ο τίτλος του φιλμ, λίγο έξω απ’ το Έμπινγκ, στην πολιτεία του Μιζούρι, υπάρχουν τρεις παλιές πινακίδες, η μια δίπλα στην άλλη, οι οποίες είναι στη διάθεση του καθενός για να διαφημίσει ή να δηλώσει ό,τι θέλει. Επάνω στις φθαρμένες αφίσες και τα ξυσμένα χαρτόνια στην επιφάνεια των πινακίδων, μια μητέρα θα αναρτήσει την αλήθεια που της τρώει την ψυχή. Η αστυνομία άλλωστε είναι ανεπαρκής για να διεξάγει έρευνα για να βρει τον ένοχο για τη δολοφονία και τον βιασμό της κόρης της.

Ο «ανεξάρτητος» Αμερικάνικος κινηματογράφος είναι γεμάτος από γλυκόπικρα δράματα, οικογενειακές ελεγείες και εγκληματικές μπαλάντες που διαδραματίζονται στην επαρχιακή Αμερική. Αυτή εδώ όμως αποφεύγει με μαεστρία τις συμβάσεις ων περισσότερων, που τείνουν να γέρνουν στο νεο-γουέστερν. Αυτό οφείλεται κυρίως στη θεατρική εμπειρία του Βρετανού σκηνοθέτη, Μάρτιν Μακ Ντόνα (της φήμης του υπέροχου “In Bruges”).

Η Φράνσις ΜακΝτόρμαντ είναι θαυμάσια στον ρόλο της μεσήλικης, χωρισμένης ηρωίδας που ζει με τον έφηβο γιο της και που ψάχνει απεγνωσμένα για μια φωνή λογικής στον μικρόκοσμό της. Η ηρωίδα κοντράρεται μετωπικά με την τοπική εξουσία και τον βαθύ συντηρητισμό του «χωριού». Το βλέμμα της ανήκει σε μια δυναμική γυναίκα, που όμως κρατιέται με όλες τις δυνάμεις της για να μη λυγίσει. Οι αντιδράσεις και οι εναλλαγές στην ψυχολογία του σερίφη (ένας στιβαρός Γούντι Χάρελσον) και του ρατσιστή, οξύθυμου βοηθού του (σε εξαιρετική φόρμα ο Σαμ Ρόκγουελ) ιχνηλατούνται κάτω από παχιές στρώσεις κοινωνικής ειρωνείας, διακριτικής βίας και δραματικών εντάσεων.

51eeMvw_2.jpg

Η μισαλλοδοξία, η ιδιοτέλεια και η προκατάληψη κυριαρχούν στο Έμπινγκ. Όμως μη γελιέστε, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια ανθρωποκεντρική ιστορία που θα μας κάνει να ταυτιστούμε με τον δίκαιο αγώνα μιας γυναίκας που θα δικαιωθεί κοινωνικά ή νομικά μέσα σε έναν κατακλυσμό μελοδραματικών κλισέ που θέλουν να μας κάνουν να βουρκώσουμε. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια διεισδυτική ματιά στους μηχανισμούς που πυροδοτούν το νοιάξιμο, την ενσυναίσθηση και τη συμπόνια.

Η ταινία ρίχνει φως στην βουβή απελπισία μιας γυναίκας που καλείται να συγκεράσει τις απαιτήσεις του μητρικού ρόλου, το προκλητικό midlife crisis του κρετίνου πρώην συζύγου και την ρατσιστική ανοησία των ξεβρασμένων white trash χαρακτήρων, που ζουν την άσκοπη ρουτίνα τους χωρίς ιδανικά και αξίες. Πόση οργή αιτιολογεί η θλίψη και πόσοι νόμοι που αντιφάσκουν μεταξύ τους, συγκρούονται με την κοινή λογική; Άβολα ερωτήματα που θα προκαλούσαν το πέτρινο μειδίαμα της άφοβης ηρωίδας και που θα της όπλιζαν με μολότοφ το χέρι. Σε αυτές τις τρεις πινακίδες θα γραφτεί μια μικρή εποποιία, με τη μορφή μιας οργισμένης καμπάνιας ενός ανθρώπου.

51eeMvw_3.jpg

Posted in Cinema | Leave a comment

The Post

Η νέα ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ ακολουθεί τα κρίσιμα γεγονότα του 1971, όταν ο υπάλληλος του υπουργείου Αμύνης, Ντάνιελ Έλσμπεργκ, έκανε υπέρβαση καθήκοντος και υπέκλεψε τα περίφημα Pentagon Papers: μια εκτενέστατη έρευνα για την εμπλοκή της Αμερικής στον πόλεμο του Βιετνάμ, που θα είχε ολέθριες συνέπειες για τις εκάστοτε κυβερνήσεις.

Ήταν η εποχή που η Washington Post προσπαθούσε να ορθοποδηδήσει ενώ βρισκόταν κάτω απ’ τη βαριά σκιά των New York Times, με την εκδότρια Κάθριν Γκράχαμ να προσπαθεί δειλά να αρθρώσει λόγο σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο εκδοτών. Την εποχή εκείνη οι «Times» δημοσίευσαν ένα καυτό άρθρο σχετικά με μια απόρρητη έκθεση του Πενταγώνου, που προκάλεσε το μένος του Λευκού Οίκου. Όταν αυτές οι χιλιάδες σελίδες της έκθεσης έφτασαν στα χέρια του διευθυντή της «Post», του Μπέντζαμιν Μπράντλι, άρχισε μια εμφύλια σύγκρουση ανάμεσα στους επενδυτές, στους νομικούς συμβούλους, στους συντάκτες του πολιτικού ρεπορτάζ και στη διεύθυνση της εφημερίδας. Άλλωστε ο εκδοτικός όμιλος ετοιμάζονταν να εισαχθεί στο χρηματιστήριο και το μέλλον του θα ήταν δύσκολο μετά τη μετωπική σύγκρουση με τις εντολές του Νίξον. Η εκδότρια Κάθριν Γκράχαμ όφειλε να αναλάβει τις σκληρές αποφάσεις για πρώτη φορά στη ζωή της.

52mv_2.jpg

Η μάχιμη δημοσιογραφία σε άνιση μάχη με το χρόνο και με τα όρια της ίδιας της ηθικής της. Το αίσθημα καθήκοντος σε αντιδιαστολή με τα αχαρτογράφητα δικαστικά νερά μια «εθνικής προδοσίας». Ο πατριωτισμός ως το είδωλο στον κυρτό καθρέφτη της αναζήτησης της αλήθειας. Αυτές ήταν μάλλον οι ιδέες που έκαναν τον Στίβεν Σπίλμπεργκ να σταματήσει το post production της sci-fi περιπέτειας Ready Player One, για να ξεκινήσει να δουλεύει αυτή την ταινία, τον Φεβρουάριο του 2017. Σε 10 μόλις μήνες η ταινία ήταν στις αίθουσες και το αποτέλεσμα καταδεικνύει ένα φιλμ που μοιάζει να χρειάστηκε χρόνια ολόκληρα για να φτιαχτεί στην κάθε του λεπτομέρεια. Το The Post κατασκευάστηκε με τους πυρετώδεις ρυθμούς που οι ήρωες έτρεχαν να προλάβουν το τυπογραφείο στα θορυβώδη γραφεία της Washington Post.

Με μια αδιανόητη βιρτουοζιτέ, ο Σπίλμπεργκ αντλεί από τις πρακτικές του πολιτικού θρίλερ για να ρίξει φως στα κίνητρα των δημοσιογράφων και των εκδοτών. Χρησιμοποιεί τις πιο αγνές μεθόδους του ψυχολογικού δράματος, χωρίς να γίνεται χειριστικός και χωρίς να χρωματίζει με γκρίζα χρώματα τους «κακούς» και τους ανήθικους. Κυρίως όμως, αναπλάθει ένα ιστορικό ντοκουμέντο μιας εποχής της κλασικής δημοσιογραφίας που έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Περισσότερο απ’ όλα τα προηγούμενα, το The Post είναι ένα ερωτικό γράμμα στην αξία της έντυπης δημοσιογραφίας, στις μηχανές του τυπογραφείου, στις μακέτες, στη διανομή του πρωινού φύλλου και στη δύναμη του τυπωμένου χαρτιού, που θα μπορούσε να ανοίξει στα δυο την αυθαίρετη εξουσία του κράτους.

52mv_3.jpg

Θεωρώ πως οι ερμηνείες δεν ήταν ποτέ το μεγάλο ατού του Σπίλμπεργκ, ειδικότερα στους δεύτερους και τρίτους ρόλους που πλαισιώνουν τον ήρωα που συνήθως κουβαλάει την ταινία στους ώμους του. Εδώ, όχι μόνο διανθίζει την αφήγηση με δεκάδες αξιοσημείωτους ρόλους, αλλά τους απογειώνει όλους, χάρη σε ένα υποδειγματικό μοντάζ – μακράν το καλύτερο της χρονιάς. Ιδιαίτερα η Μέριλ Στριπ στη σκηνή ενός τηλεφωνήματος που καλείται σε λίγα δευτερόλεπτα να χαράξει την στρατηγική της εφημερίδας με κίνδυνο να την καταστρέψει, είναι μαγική. Ο αγώνας με το ρολόι, το φιλτράρισμα της χαοτικής απόρρητης έκθεσης, η απόφαση της μετωπικής σύγκρουσης με την κυβέρνηση, το σκοτεινό lobbying, αλλά και το καθήκον στις κρίσιμες ιστορικές στιγμές, χρειάζονται μια στιβαρή σκηνοθεσία για να βρουν πρώτα και να κουνήσουν στη θέση του το παμφάγο κοινό που ζητά ψυχαγωγικά θεάματα. Ο Σπίλμπεργκ επιλέγει να μην κάνει υπαρξιακό στοχασμό στις έννοιες, ούτε κανένα «εστέτ» καταγγελτικό σινεμά. Επιλέγει σοφά να αφηγηθεί με τα πιο απλοϊκά και δημοφιλή μέσα, μέσω του αγνού μελοδράματος και του παλιομοδίτικου ιδεαλισμού. Θέλει η ταινία του πρωτίστως να «αρέσει» ώστε να δημιουργήσει συσχετισμούς με το παρόν και αυτό είναι το καλύτερο κωλοδάχτυλο στον Ντόναλντ Τραμπ.

Το Post έρχεται για να ρυμοτομήσει την εποχή που τα fake news έχουν θολώσει το τοπίο και που η δημοσιογραφία καλείται να σταθεί στο ύψος της. Ιδιαίτερα σε μια εποχή που ένας (άλλος) παράφρονας κάθεται στην καρέκλα του προέδρου. Ο Σπίλμπεργκ το πετυχαίνει, με ένα αριστούργημα, εντελώς Αμερικάνικο στη σκέψη αλλά αφοπλιστικά οικουμενικό, χάρη στην λιτή του εκτέλεση και το πηγαίο συναίσθημα. Το ακόμα πιο εντυπωσιακό όμως, είναι πως κάνει μια αληθινά και ουσιαστικά φεμινιστική ταινία, μέσω της καλλιγραφίας του χαρακτήρα που υποδύεται η Μέριλ Στριπ. Η δημοσιογραφία υπηρετεί αυτούς που κυβερνιούνται και όχι τους κυβερνώντες μας λέει στην κατακλείδα του The Post. Αναρωτιέμαι, κοιτάζοντας τα θλιβερά εξώφυλλα των ξεπουλημένων εφημερίδων της εποχής μας, ποιος θα μπορούσε να έχει αυτόν τον ρόλο σήμερα.

52mv_4.jpg

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #152

 Jesse Ware
Glasshouse

Ο βασικότερος λόγος που μας κέρδισε με το καλημέρα η Jessie Ware, ήταν γιατί κατάφερε να γεφυρώσει την απόσταση ανάμεσα στη ντελικάτη soul της Sade και στην πολιτισμένη pop της Corinne Bailey Rae. Με τον νέο της όμως δίσκο, ακούγεται σαν μια αποχρωματισμένη εκδοχή της Alicia Keys. Πραγματικά, στο “Alone” και στο “Stay Awake, Stay For Me” ο μελοδραματισμός της τελευταίας παίρνει νοερά το πάνω χέρι, αλλά χωρίς εκείνο το αυθεντικά δραματικό στοιχείο της σύγχρονης soul ντίβας. Οι μελωδίες στο Glasshouse προσποιούνται τις συναισθηματικά φλογισμένες, μα το πολύ-πολύ να σε κάνουν να αλλάξεις σταυροπόδι: ποτέ δεν θα σηκωθείς.

Με μια προσεκτικότερη πάντως ακρόαση του δίσκου, νιώθω πως η Αγγλίδα τραγουδοποιός περιδιαβαίνει τον μουσικό της κήπο με σοβαροφάνεια, χαρίζοντας μόνο προσποιητά χαμόγελα. Αυτό άλλωστε την κάνει ιδιαίτερα θελκτική στα λευκά ακροατήρια που συχνάζουν σε αποψάτα wine bar, όπως και σε όσους χρειάζονται μια χαλαρωτική μουσική ανάσα στα αυτοκίνητά τους, καθώς ανεβαίνουν τη Δευτέρα το πρωί την πηγμένη στην κίνηση Βασιλίσσης Σοφίας.

Το περιεχόμενο του Glasshouse με άφησε πολύ διχασμένο. Σίγουρα τo πρόσχαρο “Your Domino” θα το αγκαλιάσουν περήφανα όσοι μεγάλωσαν με την pop των Saint Etienne, δυστυχώς όμως το “Selfish Love” θα συγκινήσει μόνο το ώριμο κοινό που βρίσκει κάποια «μαγεία» στο αργεντίνικο σκέρτσο των Gottan Project. Ακούγοντας την Jessie Ware να αγκαλιάζει όλα τα στερεότυπα της γαλανομάτας R’n’B στο “First Time” και να χαϊδεύεται με την ανώδυνη folk του Ed Sheeran στο “Sam” (ναι, του Ed Sheeran), φοβάμαι ότι, προκειμένου το όνομά της να συνεχίζει να παίζει στο «χρηματιστήριο» των charts, είναι ικανή να ερμηνεύει σούπες κατά βούληση. Για παράδειγμα το “Finish What We Started” θα ήταν τραγούδι τέλους οποιασδήποτε νεανικής, δακρύβρεχτης ρομαντικής κομεντί της δεκαετίας του 1990, από αυτές που διεκδικούν πρωτεία αφέλειας.

Από αρχαιοτάτων χρόνων, ο δρόμος της μελαγχολικής, γυναικείας soul είναι στρωμένος με δίσκους-διαμάντια, οι οποίοι κάνουν την έντεχνη κατάθλιψη να ακούγεται σαν ανοργασμικό καπρίτσιο. Με το ντεμπούτο της Devotion(2012), η Jessie Ware έδειχνε ότι είχε τα προσόντα να μπει σε αυτό το πάνθεον. Όμως το 3ο της άλμπουμ είναι φτιαγμένο μόνο από εγγυημένα βασικά υλικά για όλη την οικογένεια –σε καμία περίπτωση με τα εκλεκτά κερυκεύματα που καθιστούν την R’n’Β σπουδαία.

Πάλι καλά που η 33χρονη δημιουργός εξακολουθεί και τραγουδάει μεστά και στέρεα και το κυριότερο: που δεν πιστεύει ότι όλοι κρεμόμαστε από τα χείλη της. Ίσως να πρόκειται για το υγιέστερο «ενήλικο» mainstream της εποχής της –στρωτά τραγούδια, φιλικός ήχος και ευχέρεια στα επικοινωνιακά τρικ. Είναι προς τιμήν της ωστόσο ότι εξακολουθεί να τραγουδάει ανθρώπινα, σε μια εποχή που η φρίκη του auto tune απειλεί με λοβοτομή το pop ακροατήριο.

Αν μια γενιά νέων κοριτσιών και αγοριών έθρεψε τα αδιέξοδα ερωτικά σκιρτήματα με ταβανοθεραπεία συνοδεία Adele κι εξέφρασε την αυτολύπησή της με τη μπλαζέ μελαγχολία της Lana Del Rey, τότε το Glasshouse είναι δίσκος για τις μαμάδες αυτών των παιδιών. Δεν το λέω υποτιμητικά. Τα ρολαριστά  τραγούδια του δίσκου μπορούν κι ακούγονται ακαταμάχητα στις μητέρες των σημερινών εφήβων, καθώς διαθέτουν την αύρα του «αξιόπιστου» και δεν βρίσκεις τίποτα χτυπητό να τους προσάψεις. Σχεδόν ορκίζεσαι δηλαδή ότι γράφτηκαν με αυτήν τη λογική, να μη βρεθεί κανείς να τα κατηγορήσει για ανεπάρκεια. Δεν έχουν κανένα cuttin’ edge, βέβαια, αλλά το ακροατήριο στο οποίο η Jessie Ware έχει στρέψει πια την προσοχή της, μάλλον δεν το χρειάζεται.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Molly’s Game

53yy_2.jpg

Η πένα του Άαρον Σόρκιν μας έχει χαρίσει σημαντικότατες τηλεοπτικές σειρές, όπως το προεδρικό δράμα “The West Wing” και το “Newsroom” που τρύπωνε στα παρασκήνια της μάχιμης τηλεοπτικής δημοσιογραφίας. Δυο είναι τα βασικά χαρακτηριστικά της γραφής του: ο αγνός, προοδευτικός ιδεαλισμός του και η ικανότητά του στον έντονο διάλογο γρήγορης ταχύτητας. Από την εποχή του “A Few Good Men” κιόλας, ο Σόρκιν έδειξε ότι μπορούσε να κοσμήσει με αξέχαστες ατάκες τους ήρωές του («You Can’t Handle the Truth») που μάχονταν το κακό και τη διαφθορά. Στην δεκαετία που διανύουμε, ο πολυγραφότατος Σόρκιν καταπιάστηκε με πρωτοπόρους της τεχνολογίας όπως ο Μάρκ Ζούκεμπεργκ στο Social Network και τον Στιβ Τζομπς στην ταινία “Jobs” και φέτος αναλαμβάνει για πρώτη φορά τα καθήκοντα του σκηνοθέτη, για να αφηγηθεί μια ιστορία τζόγου, εξαπάτησης και δικαστικού σασπένς.

Η ηρωίδα που μοιράζει το παιχνίδι στο “Molly’s Game” είναι μια έξυπνη και χειραφετημένη γυναίκα, που αποφασίζει να πιάσει την καλή διοργανώνοντας VIP παιχνίδια πόκερ στα οποία παίρνουν μέρος επιχειρηματίες, σταρ του Χόλιγουντ, αθλητές και πολιτικά πρόσωπα. Η Μόλι, ποντάρει στην αφηνιασμένη ανάγκη των αντρών να επιδείξουν χρήμα, στην αδρεναλίνη της τράπουλας και στην αίσθηση υπεροχής και γλαμουριάς που σου δίνουν τα πριβέ παιχνίδια με ανθρώπους εξουσίας. Η Μόλι είναι μια γυναίκα που δεν τρομάζει από τον macho κόσμο των ανδρών και τους στέλνει πίσω στη γυναίκα τους κλαίγοντας. Τα βάζει με γκάνγκστερ, παίζει στα δάχτυλα τα αρσενικά που είναι επιρρεπή στα πάθη και νιώθει δυνατή ακόμα κι όταν τρώει ξύλο από μαφιόζους. Όμως η ίδια δεν θέλει να πληγωθεί κανείς και κρατάει τα παιχνίδια σε πολιτισμένο επίπεδο.

53yy_3.JPG

Σε επίπεδο αφηγηματικό, ο Σόρκιν κάνει σλάλομ με ένα φλογερό voice-over της Τζέσικα Τσαστέιν η οποία εδώ παρουσιάζεται πιο σέξι από ποτέ. Η εναρκτήρια σκηνή της ταινίας όπου μαθαίνουμε το παρελθόν της σαν επαγγελματία σκιέρ είναι καταιγιστική και οι ρυθμοί δεν πέφτουν ούτε στιγμή για τις επόμενες δυο ώρες. Η χρήση του voice-over αντλεί τα εργαλεία που εφηύρε ο Σκορσέζε με το “Goodfellas” και συνέχισε να αναπτύσσει με το “Casino”, μια τεχνική που έχει κοπιαριστεί κατά κόρον στο σύγχρονο σινεμά. Η φωνή της ηρωίδας δεν μας λέει απλά την ιστορία της, αλλά σχολιάζει τα δρώμενα. Κομπιάζει στις λεπτομέρειες, αλλού δίνει έμφαση, αλλού μας λέει ψέμματα και κυρίως δίνει πνοή στο κάδρο που μας υποδεικνύει που να κοιτάξουμε χάρη στο freeze frame και το γρήγορο μοντάζ που συναγωνίζεται την ταχυλογία των ηρώων. Ο Σόρκιν δεν εμπιστεύεται τις σιωπές. Αντιθέτως αφήνει τον καλογραμμένο διάλογο να ανθίσει και ο θεατής καλείται να αφομοιώσει γρήγορα τις πληροφορίες, τον έξυπνο σαρκασμό και την αγωνία στον προφορικό λόγο. Μοναδική παραφωνία της ταινίας είναι η αφελής εξερεύνηση της σχέσης της Μόλι με τον πατέρα της (ο Κέβιν Κόσντνερ στον ρόλο του Κέβιν Κόστνερ) που καταλήγει σε μια βιαστική «ψυχανάλυση του φτωχού» σε ένα παγκάκι στο Σέντραλ Παρκ.

Η ταινία είναι από την κορυφή έως τα νύχια ραμμένη για την ηρωίδα, όμως ο Ίντρις Έλμπα είναι ο κλασικός Σορκινικός ήρωας της ιστορίας (στην παράδοση του προέδρου Μπάρτλετ στο “The West Wing”) με την κριτική σκέψη, την καθαρή συνείδηση και την ηθική σύγκρουση στις γκρίζες ζώνες των ιδεών του σύγχρονου, προοδευτικού, εγγράμματου ανθρώπου. O Σόρκιν έδωσε επιτέλους στο Πόκερ την ταινία που του αξίζει (μην ακούσω για το “Rounders”) και εκμεταλλεύτηκε τα υλικά της απληστίας, του γκλάμουρ και του γλυκού εθισμού στο εύκολο χρήμα. Φυσικά δεν «τζογάρει» πουθενά και δεν τραβάει την ιστορία του σε αχαρτογράφητες περιοχές, εκεί όπου ο «Λύκος της Γουόλ Στριτ» σνίφαρε ζεστό χρήμα και θα έφτανε στην αυτοκαταστροφή. Δεν πειράζει όμως. Οι νηφάλιοι κινηματογραφιστές δεν κάνουν ποτέ στραβοπατήματα γιατί δεν ρισκάρουν, και αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό.

53yy_4.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #151

Sia

Everyday Is Christmas

Η γιορτινή περίοδος με τον ισχυρότερο ψυχαναγκαστικό αντίκτυπο στους ανθρώπους είναι ταυτισμένη με οικογενειακή θαλπωρή, χιλιάδες λαμπιόνια, γλυκά και χαμογελαστά πρόσωπα γύρω από γεμάτα τραπέζια. Τα Χριστούγεννα, όμως, δεν είναι μόνο υπόθεση κουραμπιέδων και δώρων γύρω απ’ το στολισμένο δέντρο. Αντίστοιχα, τα ορφανά της Barbra και του Franky αλωνίζουν κάθε χρόνο το χριστουγεννιάτικο ρεπερτόριο, με τη βουλιμία που πέφτει ο δικός μας Πέτρος Γαϊτάνος στους πασχαλινούς ύμνους. Έτσι, η σαμπανιζέ μουσική που συνοδεύει τους χριστουγεννιάτικους στολισμούς και τις ημέρες του Δεκέμβρη, κατακλύζεται από γκλαμουράτους crooner που τραγουδάνε την Άγια Νύχτα (στη χειρότερη περίπτωση) και από υπέρλαμπρες διασκευές της Motown ή του Phil Spector (στην καλύτερη). Κανείς όμως δεν έχει πια ανάγκη τις ετήσιες εκτελέσεις σε χριστουγεννιάτικα standards από ερμηνευτές της συνομοταξίας του Michael Bublé ή του Josh Groban.

Η Sia έχει διαφορετική αισθητική και προσεγγίζει αλλιώς τη χριστουγεννιάτικη ευδαιμονία. Μέσω μιας παραγωγής που αξιοποιεί όλα τα τρικ τα οποία φέρνουν συνειρμικά «τρίγωνα-κάλαντα» στο μυαλό, η Αυστραλή τραγουδοποιός προκρίνει την εξωστρέφεια της γιορτινής μουσικής με ενδιαφέρον στυλ, διατηρώντας τα απαραίτητα επίπεδα σάχλας που οπωσδήποτε χρειάζονται οι καλοστολισμένες ρεβεγιόν. Έτσι, πετυχαίνει να αποδώσει την αίσθηση της ελεγχόμενης χριστουγεννιάτικης κραιπάλης (που είναι προαπαιτούμενο των ημερών), αλλά χωρίς να τη συνοδεύει με εξαλλοσύνες και απρόβλεπτα, ακραία συναισθήματα. Επιπλέον, μπολιάζει με θέρμη και αγαπησιάρικη διάθεση τις απλοϊκές μελωδίες της, ώστε να πετύχει την εντύπωση της ασφάλειας και του υγιούς ξεφαντώματος που νιώθουμε πλάι στα αγαπημένα μας πρόσωπα.

Το Every Day Is Christmas θα θρέψει λοιπόν ιδανικά τις στιγμές που ένα κορίτσι με γιορτινά κερατάκια πάνω απ’ το κεφάλι θα φλερτάρει ένα αγόρι με λυμένη τη γραβάτα, στους διαδρόμους κάποιου ξενέρωτου χριστουγεννιάτικου πάρτι πολυεθνικής. Τραγούδια όπως το “Puppies Are Forever” θα συνοδεύσει τους αυτοσχέδιους στολισμούς στο μικρό, ενοικιαζόμενο διαμέρισμα κάποιου νέου ζευγαριού που αδιαφορεί για τη μπαναλαρία των μεγάλων δέντρων με φάτνη. Το “Sunshine” θα είναι ό,τι πρέπει για να συνοδεύσει ένα σπιτικό brunch με τα γιορτινά leftovers της προηγούμενης βραδιάς. Το “Snowman” και το “Every Day Is Christmas” μπορεί να μην είναι τραγούδια μεγάλων αξιώσεων, απευθύνονται όμως σε ανθρώπους που δεν γιορτάζουν την έλευση του θείου βρέφους, αλλά αντιμετωπίζουν τις γιορτές σαν απαραίτητη ανάπαυλα αγάπης.

Έχουν αόρατες προσωπικές στιγμές αυτές οι μέρες των γιορτών, με όλη την αναίτια μελαγχολία και τους απολογισμούς που κουβαλάνε. Σε εκείνα τα γκρίζα σημεία έκρινε η Sia ότι υπήρχε η έλλειψη ενός ενήλικου soundtrack και φρόντισε να το καλύψει με τον τρόπο της. Και πολύ καλά έκανε.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album Of The Week #150

H εμπειρία και η αθωότητα συνυπήρχαν στην καρδιά της μουσικής των U2, απ’ την εποχή της άγουρης οργής του Boy κιόλας (1980). Όπως και το δίπολο του μάχιμου Προτεσταντισμού και του ενοχικού Καθολικισμού, την εποχή που υιοθετούσαν το προφίλ του μεσσιανικού αγγελιοφόρου με την ψηλοτάκουνη μπότα και την ιρλανδική σημαία στα χέρια, στη δεκαετία του 1980. Όπως, αναλόγως, μάχονταν έπειτα μεταξύ τους, στη δεκαετία του 1990 πια, η ειρωνεία και η καμουφλαρισμένη οδύνη.

Ξεκίνησα να γράφω μια επαινετική κριτική στο 14ο άλμπουμ των U2, κυρίως γιατί εξακολουθούν να προκαλούν λυτρωτική ανύψωση χάρη στα φωταγωγημένα τους ρεφρέν. Αλλά και γιατί αρνούνται να γίνουν συγκρότημα των greatest hits, κρατώντας σε υψηλά επίπεδα την ξεχωριστή αρχιτεκτονική κάθε δίσκου, στη μετα-Brian Eno εποχή τους. Επιπλέον, τα τραγούδια τους  ακόμα διαθέτουν τη θετική αύρα που σε κάνει να μην αντιμετωπίζεις τον διπλανό σου ως απειλή που προσπαθεί να σου κλέψει τον χώρο στο μετρό, τη σειρά σου στην όποια αναμονή ή γενικώς το οξυγόνο.

Έχω αγαπήσει τους U2, ακριβώς γιατί δεν διέθεταν ποτέ τον δικό μου κυνισμό. Πάντα άλλωστε προτιμούσα ο αγαπημένος μου frontman να κάνει λομπίστικες χειραψίες με πολιτικούς στον ελεύθερό του χρόνο, παρά να κλωτσάει φωτογράφους στα μούτρα. Δεν είναι θέμα ηθικής, είναι θέμα «αθωότητας». Προτιμώ δηλαδή να βλέπω τα μέλη της μπάντας να έχουν οικογενειακούς δεσμούς μεταξύ τους, παρά να πετάνε τηλεοράσεις απ’ τα μπαλκόνια ξενοδοχείων με τις γκρούπις να χασκογελάνε. Δεν είναι θέμα συντηρητισμού, είναι θέμα «εμπειρίας».

Ακούγοντας καλά το Songs Of Experience, ωστόσο, η επαινετική κριτική μετατράπηκε σε κείμενο οργής. Τα πρώτα singles χαροποίησαν μόνο τους τεχνοκράτες των δισκογραφικών, όσους προσπαθούν να πιάσουν τους «οικονομικούς στόχους της χρονιάς», όπως βέβαια και τους επενδυτές των royalties και τους μάνατζερ.

Το “Get Out Of Your Own Way” δεν είναι παρά ένα ξαναζεσταμένο “Beautiful Day”, το οποίο ταιριάζει σε καμπάνιες εταιρειών κινητής τηλεφωνίας και όχι στον δίσκο του συγκροτήματος που έριξε κάποτε τα τσιμέντα του Red Rock, που τέντωσε στα άκρα τον πειραματισμό στο μουσικό φάσμα που απασχολεί το ραδιόφωνο, που επανεφηύρε τον ήχο του ολοκληρωτικά τρεις φορές. Τα πρώτα δευτερόλεπτα του “Blackout” ξυπνούν μνήμες της φρενίτιδας του “Fly”, προτού προσγειωθεί σε χαμηλοτάβανο ροκάκι των FM, με ανώδυνα σχόλια περί επικαιρότητας («democracy is flat on its back») και στίχους που προσποιούνται πως έχουν την ευφυΐα του Paul Simon. Το “You’re The Best Thing About Me” περιγράφει τον αθώο έρωτα με την ανεμελιά της Motown, αλλά δίνεται με την πόζα ενός έμπειρου τραγουδιστή, ο οποίος ξέρει ακριβώς ποια κίνησή του θα ξεσηκώσει την αρένα. Το “Love Is Bigger Than Anything In Its Way” κάνει όλες τις προβλέψιμες μανούβρες μιας ανθεμικής μπαλάντας, ώστε το στάδιο να γεμίσει αναπτηράκια.

Πουθενά λοιπόν δεν έβρισκα ίχνη του περήφανου εκείνου new wave που αγνοούσε τη βρωμιά του punk και λοξοκοιτούσε στην πνευματική κληρονομιά του David Bowie. Μέσα μου, ο έμπειρος ακροατής εντόπισε όλα τα συμπτώματα μιας μεγαλομανούς παραγωγής σε πάνοπλα στούντιο, ενός «μεγαλύτερου απ’ τη ζωή» συγκροτήματος που, αν δεν κατακλύσει τα ραδιόφωνα, θα πέσει να πεθάνει από μοναξιά. Δυστυχώς, οι U2 ανταγωνίζονται σήμερα τη μηχανή προώθησης της Taylor Swift και τα μη-αλκοολούχα ποτά που σερβίρει το μαγαζί των Coldplay.

Ωστόσο το Songs Of Experience δεν είναι το σίκουελ του προ τριετίας Songs Of Innocence (εκείνο το άλμπουμ που πολλοί δεν άκουσαν καν, απλά γιατί τους την έσπασε που το βρήκαν ένα πρωί στο iPhone). Είναι το δεύτερο μισό, που συμπληρώνει ένα άλμπουμ φτιαγμένο σε δύο μέρη. Αν οι U2 έκαναν αλλεπάλληλα sessions με στρατιές παραγωγών μέσα σε 3 χρόνια για να καταλήξουν σε μια τελική version, δικαιούται κι ένα κείμενο κριτικής να έχει τρία και τέσσερα drafts διαφορετικών απόψεων. Πάμε πάλι, επομένως, με τα αυτιά της αθωότητας αυτή τη φορά.

Στο “Love Is All We Have Left” ακούς τον Bono να κηρύττει μηνύματα αγάπης φιλτραρισμένα στο auto tune, σαν αστρικός πάστορας. Το “Lights Of Home” διαθέτει μια γκρουβάτη μελωδία, που εύκολα θα ευοδωθεί στα πλήθη και που μετά από ένα δεξιοτεχνικό σόλο να χαϊδεύει τα αυτιά θα καταλήξει στο συμπλήρωμα του “Iris” απ’ το Songs of Innocence: η κατακλείδα του συνεχίζει το «Free yourself to be yourself, If only you could see yourself». Κατόπιν, ο Kendrick Lamar σε ρόλο παρανοϊκού ιεροκήρυκα μάς εισάγει στο εκρηκτικό “American Soul”, δίδυμο αδερφάκι της glam εποποιίας του “Volcano” απ’ τον προηγούμενο δίσκο. Και το αλαφιασμένο mantra του Bono στα δύο αυτά κομμάτια μας λέει ρυθμικά: «you and I are rock and roll». Στο “Summer Of Love”, πάλι, ακούς ένα συγκρότημα επί δεκαετίες βουτηγμένο σε στουντιακές αλχημείες να μας αποπλανεί με ένα ανθρώπινο και τρυφερό riff, το οποίο σκάει απ’ τα ηχεία σαν καλοκαιρινό αεράκι. Ένας σαγηνευτικός ρυθμός, που συμπληρώνει την ονειροπόληση του “California, There’s No End To Love”. Όσο για το “13” στο φινάλε του άλμπουμ, είναι μια πιανιστική διασκευή στο “Song For Someone”.

Έχουμε έτσι ένα παζλ στα χέρια μας, από τραγούδια που κουμπώνουν και που κοιτάνε σε καθρέφτη.

H σημειολογία του Songs Of Experience συμπληρώνει εμμονές οι οποίες κρατάνε απ’ το ταραγμένο Δουβλίνο των 1970s και διαπερνούν τα σαράντα κύματα που έχει διαβεί το συγκρότημα μέσα στα χρόνια. Τα παιδιά των μελών στο εξώφυλλο –είναι η κόρη του Edge και ο γιος του Bono– έχουν αμφότερα την πληγωμένη καθαρότητα του αγοριού με το κράνος στο War (1983). Δεν είναι επομένως εντελώς τυχαίο που το υπέροχο “Red Flag Day”, με τις πυκνές κιθάρες και τα δεύτερα φωνητικά του Edge, ανοίγει διάλογο με τις μουσικές θεματικές του War, θίγοντας ζητήματα που πολύ θα ήθελαν να κατέχουν οι νεότερες γενιές, αλλά βαριούνται να ανοίξουν βιβλία. Διάολε, μέσα από τόση εμπειρία χειραγώγησης του κοινού, οι U2 δείχνουν εδώ να διαθέτουν μια άφθαρτη αθωότητα. Ακόμα και το επιμελώς ακατέργαστο “Showman” σηκώνει αναθυμιάσεις απ’ τον αυθορμητισμό παλιών fan darlings, όπως το “Party Girl”.

H δε κριτική μου είχε γίνει ξανά θετική μετά τις απανωτές ακροάσεις του “Little Things”. Αυτό το ψυχόδραμα σου ξυπνάει τον συναισθηματικό αντίκτυπο των στιγμών που βρέθηκες σε τρελές εξομολογήσεις, σε αποφάσεις ζωής και ξαφνικές παρορμήσεις να αφήσεις τη δουλειά σου, να μεταναστεύσεις, να πάρεις τηλέφωνο μέσα στη νύχτα τον έρωτα της ζωής σου –και πάει λέγοντας. Στο τέλος, όμως, η εμπειρία πήρε ξανά το πάνω χέρι, όταν συνειδητοποίησα ότι το καλύτερο τραγούδι του δίσκου, το “Book Of Your Heart”, είναι bonus track δίπλα σε κάτι αχρείαστα remix.

Οι U2 που αγάπησα, τις εποχές που χάνονταν στην έρημο του Joshua Tree(1987), όταν είχαν μόνο μουσικές φιλοδοξίες, θα έβγαζαν αυτό το τραγούδι πρώτο-πρώτο εκεί έξω· και όποιος ήθελε, θα ακολουθούσε. Για τούτο δε το «έξτρα» τραγούδι θα έκαναν έγκλημα οι 9 στις 10 hip μπάντες μετά το 2000, ώστε να λανσάρουν την καριέρα τους. Μετά από τόσα αρμονικά λόγια περί αγάπης στα manual αυτοβελτίωσης, έρχονται στίχοι τύπου «I don’t belong to you, Love is what we choose to do, Υou don’t belong to me, It’s not that easy». Εδώ είναι οι U2 που είχα ερωτευτεί, σήμερα όμως αρνούνται να εντάξουν στην track sequence το συγκεκριμένο τραγούδι, μη τυχόν και αποξενώσουν τα πιτσιρίκια που «κατεβάζουν» στις ψηφιακές πλατφόρμες… Μη τυχόν και δεν ακουστούν επίκαιροι –αυτή η καταραμένη εμμονή, που τους κάνει να γεμίζουν στάδια με «αθώα» αυτιά και τους έχει καταστήσει αντιπαθείς στα μάτια των «έμπειρων».

Η κριτική μου πήρε λοιπόν αρνητικό πρόσημο στο τέλος. Δυστυχώς, ο στόμφος και ο ναρκισσισμός για τον οποίον έχουν κατηγορηθεί οι Ιρλανδοί (κυρίως από εκείνους που καραδοκούν στα σκοτάδια σαν ελεύθεροι σκοπευτές, ψοφώντας για αποδόμηση των «πουλημένων»), παίρνει κεφάλι.

Υπάρχει ένα καλό τελευταίο άλμπουμ μέσα στους U2, αντάξιο των πιο ένδοξων ημερών τους. Πιστεύω όμως ότι δεν θα το βρουν ποτέ, γιατί τους απασχολεί η αναζήτηση της ποπ μελωδίας που θα τους κρατήσει στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας. Φυσικά, στο τέλος της 4ης δεκαετίας της ζωής τους, η συνθετική φλέβα δεν θα μπορούσε να αναβλύζει τους ίδιους χυμούς με τότε: ο Bono έχει ακόμη την έμφυτη τάση να υποκύπτει σε μεγέθυνση και να είναι ερωτευμένος με την ίδια τη φωνή του, ενώ το εύστροφο μυαλό του Edge παράγει ακόμη δειγματολόγια από περιπετειώδη κιθαριστικά μοτίβα. Η ψυχική τους ευαισθησία είναι λοιπόν που τους κρατά όρθιους.

Θα ήθελα πολύ να τους πω ότι το «Βιβλίο της Καρδιάς» μας θα γέμιζε και χωρίς τις στρατιές ακριβών παραγωγών, με συνεργασίες από Adele μέχρι Beyoncé στο βιογραφικό τους. Αλλά δεν θα με άκουγαν. Θα με κάλυπτε η βοή απ’ τις εκατό χιλιάδες τσιρίδες που έχουν κάθε μέρα στα αυτιά τους.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album Of The Week #149

Taylor Swift

Reputation

Ακόμη κι αν επιχειρήσουμε να βάλουμε σε τάξη τη σημειολογία της αισθητικής που καλλιεργεί μέσα στα χρόνια η Taylor Swift, η ανάλυση της εμπορικής της απήχησης είναι δύσκολη: το 6ο της άλμπουμ Reputation, είχε 400.000 προπαραγγελίες πριν τη μέρα κυκλοφορίας του· ένα νούμερο που θυμίζει ξεχασμένες εποχές της pop βιομηχανίας.

Η εκσυγχρονισμένη Barbie της νεανικής country σηκώνει πλέον για τα καλά το μπαϊράκι της σύγχρονης pop, η οποία έχει παραδοθεί στη smartphone αισθητική. Είτε βέβαια παριστάνει τη μοντέρνα Σταχτοπούτα, είτε ποζάρει σαν «darling» κάθε lifestyle εντύπου, η Taylor Swift παραμένει οχυρωμένη πίσω από μια αλάνθαστη στρατηγική προώθησης. Η διαφορά της όμως με τη Lady Gaga, είναι ότι αυτή δεν είναι «γεννημένη έτσι». Αντιθέτως, εκπροσωπεί το πιο συντηρητικό μοντέλο κατασκευασμένης σταρ: εκείνο που πατάει στην παράδοση της παραγωγής ειδώλων απ’ το στυγνό πρόσωπο της μουσικής βιομηχανίας. Οι μέρες έτσι της country pop τραγουδοποιίας είναι παρελθόν, αν και δεν θα λείψουν σε κανέναν, ούτε καν στις πιο φανατικές θαυμάστριές της, όσες την αποθέωναν από τότε. Και η ζαλιστική της άνοδος μοιάζει με αποκύημα της υγρής φαντασίωσης κάθε λογιστή ή δικηγόρου που δουλεύει σαν CEO σε παρακμάζουσα πολυεθνική δισκογραφική.

Δεν πρέπει πάντως να είμαστε κυνικοί και απορριπτικοί με το φαινόμενο Taylor Swift, για έναν απλούστατο λόγο: δεν συμβαίνει τυχαία μια τέτοια επιτυχία, ειδικά σε μια εποχή μεταμοντερνισμού, όπου όλα έχουν γίνει και όλα έχουν ειπωθεί. Για να κατανοήσουμε τη δημοφιλία της, θα πρέπει να εντρυφήσουμε στην υπεροχή των application, που ωθούν το νεανικό κοινό να επενδύσει σε προϊόντα ψηφιακής pop. Πρέπει να ακούσουμε τη μουσική με τον ενθουσιασμό των εφήβων που σκρολάρουν το Facebook timeline τους με τέτοια ταχύτηταώστε κάθε «νέο» τραγούδι να καθιστά το αμέσως προηγούμενο «παλιό», όσο εκείνοι επικοινωνούν με memes, gifs και άλλα μονοσύλλαβα.

Τα τραγούδια του Reputation θέλουν τόσο λυσσαλέα να γίνουν απαραίτητα, ώστε ακούγονται σαν συνονθύλευμα εκκωφαντικών ρυθμών και ντελιριακών beat –αυτών που κυριαρχούν στην ατσαλάκωτη εποχή του David Guetta. Τη σκληρή δουλειά της παραγωγής αναλαμβάνουν ένα κάρο νοματαίοι, οι οποίοι στριμώχνονται στα credits, μα και άλλοι τόσοι, που δίνουν μάχη να χωρέσουν μαζί τους. Αγνοώντας, βέβαια, πως «μεγαλύτερο» και «ακριβότερο» δεν σημαίνει «καλύτερο», με αποτέλεσμα τα μπάσα στο woofer να τσιτώνουν για να καθίσει ο δίσκος πολλές βδομάδες στο No.1 του Billboard και να φάνε τα λυσσακά τους οι haters. Φυσικά, η ίδια η Swift έχει πολλά να ζηλέψει απ’ τις ομογάλακτες αδερφές της: δεν μπορεί να παράξει την υγρή R’n’B της Beyoncé, ούτε τους χυμούς της Katy Perry· δεν έχει τα παιχνιδίσματα της Britney Spears ή την απρόβλεπτη αλητεία της Miley Cyrus, δεν διαθέτει καν το αισθητήριο μόδας της Gwen Stefani.

Έτσι, τα τραγούδια της δεν διεκδικούν δάφνες ποιότητας, αλλά πασχίζουν να παραμείνουν ζωντανά στα κοινωνικά media, πυκνώνοντας τον γύρω τους θόρυβο. Γι’ αυτό και η 27χρονη Αμερικανίδα σταρ στρέφει το ενδιαφέρον της στα media που την καταναλώνουν, στις δημόσιες κόντρες της (όπως με τον Kanye West) και σε όσες φήμες πλήττουν την υπόληψή της. Εξαπολύει λοιπόν όλη την αφέλεια του λευκού πλουσιοκόριτσου με τραπεζικό λογαριασμό που στενάζει υπό το βάρος των πολυπλατινένιων καταθέσεων, ενώ χρησιμοποιεί λέξεις όπως το «dat» στα σχόλιά της στο Instagram, σε φωτογραφίες celebrity φίλων από VIP clubs στο Beverly Hills.

Καλά όλα αυτά, όμως τα τραγούδια της ηχούν «άδεια»: αν τα γυρίσεις ανάποδα, δεν θα πέσει τίποτα κάτω. Για παράδειγμα, ακούγοντας το single “Look What You Made Me Do”, φαντάζεσαι πόσο καλύτερα θα έκανε το ρεφρέν του η Kelis ή η Fergie. Στο “Don’t Blame Me” κάνει ένα gospel πείραμα, στο “End Game” δέχεται τις επιθυμίες των promoters της να συνεργαστεί με τον Ed Sheeran, ενώ στο “I Did Something Bad” ρίχνει μπόλικη εφηβική ανεμελιά, με αστραφτερό γκλίτερ. Εάν πάντως πρόθεσή της ήταν να προσδιοριστεί ως κακό κορίτσι με στίχους όπως «I don’t trust nobody and nobody trusts me», έχει αποτύχει.

Οι καλύτερες στιγμές του Reputation είναι το “Delicate” και το “Gorgeous”, δυο όμορφα mid-tempo τραγούδια που θα μπορούσαν να είχαν πει οι Yazoo στη δεκαετία του 1980. Ακόμα κι αυτά, όμως, μπορούν να φέρουν ξαφνικό αέρα κανονικότητας μόνο σε κάποιο club του οποίου τα ηχεία μαστιγώνουν τα αυτιά εφήβων με γιαλαντζί hip hop και φτηνή reggaeton. Ας δεχτούμε απλά ότι η Taylor Swift είναι πια 27 χρονών και έβαλε σκοπό να το ρίξει έξω, φτάνει μόνο να μην «κατεβάσει» τον καπνό γιατί τη χαλάει. Το θέμα είναι αν εμάς μας αφορά αυτό το προβλέψιμο crazy night out μαζί της.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Υπόθεση Γούντι Άλεν: Όλη η αλήθεια

Αυτή τη βδομάδα προβάλλεται στους κινηματογράφους η 46η ταινία του Γούντι Άλεν με τίτλο “Wonder Wheel”. Μαζί με το ετήσιο γουντιαλενικό ραντεβού στις αίθουσες, τα τελευταία 25 χρόνια έχουμε και το ετήσιο πανηγύρι από κατηγορίες, κουτσομπολιό, παρασκήνιο και δημόσιες κινήσεις μικροπολεμικής που αφορούν στην προσωπική ζωή του σκηνοθέτη. Ειδικότερα φέτος, σε μια χρονιά που ένα φεμινιστικό ρεύμα ξεσκέπασε ένα σαθρό σύστημα γυναικείας εκμετάλλευσης στο Χόλιγουντ, ήταν επόμενο να βρουν χώρο και να ξεσπαθώσουν και κάθε λογής κουτσομπόλες σχετικά με τον «ανώμαλο» (!), και τον «παιδεραστή» (!!) που «παντρεύτηκε την κόρη του» (!!!) για να ανέβουν στο τρένο του hype. Πολλά site βρίσκουν χώρο για clickbait επικαιρότητας και πετάνε ανούσια άρθρα για την υπόθεση της προσωπικής ζωής του Γούντι Άλεν. Χιλιάδες υβριστικά σχόλια από χρήστες τον social media κατατάσσουν (χωρίς κανένα λόγο) τον Άλεν σε μια λίστα βιαστών, δίπλα στον Γουάινστιν. Η πρεμιέρα του “Wonder Wheel” ματαιώθηκε για να αποφύγουν οι συντελεστές τις επιθετικές ερωτήσεις στο κόκκινο χαλί. Τα screeners που στέλνονται στην ακαδημία για τα βραβεία δεν εμπεριέχουν πουθενά το όνομα του δημιουργού και μια στρατιά δημοσιογράφων υποκινούν επιθέσεις σε ηθοποιούς που δέχονται να συνεργαστούν με τον σκηνοθέτη – πρόσφατο παράδειγμα η Selena Gomez που έπαιξε την 47η ταινία του Άλεν, το “A Rainy Day in New York” που θα δούμε του χρόνου με πρωταγωνιστή τον Τζουν Λο. Όσο υπάρχει αυτό το παράξενο και νοσηρό κλίμα υστερίας και παραπληροφόρησης, αξίζει να θυμηθούμε τα αποδεδειγμένα γεγονότα, ώστε να βγάλει ο καθένας τα συμπεράσματά του.

Η ταραγμένη σχέση του Άλεν και της Μία Φάροου ξεκίνησε το 1980. Οι δυο τους δεν παντρεύτηκαν ποτέ και καθ όλη τη διάρκεια της 12ετούς επαφής τους, ουδέποτε έζησαν στο ίδιο σπίτι. Επιπλέον ο Άλεν, δεν είχε καμία συμμετοχή στη διαπαιδαγώγησή τους. Μέχρι το 1990 η σχέση των δυο είχε γίνει απολύτως τυπική και είχε περιοριστεί στην κινηματογραφική συνεργασία τους. Άλλωστε, η Μία πρωταγωνίστησε σε 12 ταινίες του σκηνοθέτη, όλες όσες δηλαδή κατάφερε να γυρίσει σε ισάριθμα χρόνια, μέχρι το 1992 και το υπέροχο “Husbands and Wives” που υπογράμμιζε με κάποιο τρόπο το τέλος της σχέσης. Ο Άλεν έδειχνε αφοσίωση μόνο στην Ντίλαν Φάροου την οποία υιοθέτησαν μαζί ως νεογέννητο το 1985, ενώ η Μια είχε αδυναμία στον Σάτσελ Φάροου τον οποίο γέννησε η ίδια το 1987. Η Μία απομάκρυνε με κάθε τρόπο τον Σάτσελ απ’ τον Γούντι και απέφευγε να τους αφήσει μαζί στον ίδιο χώρο. Ο παιδοψυχολόγος που κατέθεσε στη δίκη τους λίγα χρόνια αργότερα, είπε ότι ο Σάτσελ εμφάνιζε συμπτώματα παιδικής οργής όταν ο Άλεν ήταν μαζί τους, με επιθετικές κινήσεις γρατσουνιές και τσιρίγματα, κάτι που είναι συνήθως αποτέλεσμα πλύσης εγκεφάλου απ’ τον ένα γονιό. Ο Γούντι Άλεν δεν είχε επαφή με κανένα από τα έξι παιδιά που η Μία είχε αποκτήσει με τον πρώην σύζυγό της, Αντρέ Πρεβέν, αν και ήταν εγκάρδιος μαζί τους, ειδικότερα με τον Μόουζες Φάροου, ο οποίος υιοθετήθηκε το 1980 όταν ήταν μόλις δυο ετών. Η πρώτη ουσιαστική επαφή του Γούντι με την Σουν-Γι Πρέβιν, έγινε μόλις το 1990, όταν η Φάροου ζήτησε απ’ τον Γούντι να συνοδεύσει την 20χρονη σε ένα παιχνίδι μπάσκετ. Η Σουν-Γι γεννήθηκε το 1970 και υιοθετήθηκε απ΄τη Μία και τον Πρεβέν όταν ήταν 7 χρονών. Καθόλη τη δεκαετία του ’80 ο Γούντι Άλεν δεν βρέθηκε ποτέ μόνος του στο ίδιο δωμάτιο μαζί της.

57jjmv_1.jpg

Το κακό στην διάσημη δυσλειτουργική οικογένεια ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 1992, όταν η Φάροου αντιλήφθηκε ότι ο 56χρονος τότε Άλεν και η 21χρονη Σουν-Γι είχαν ξεκινήσει να βλέπονται ερωτικά. Η Σουν-Γι ομολόγησε ότι έκαναν σεξ για πρώτη φορά τον Δεκέμβρη του 1991, λίγο μετά τα γενέθλιά της. Η παράνομη σχέση είχε καταφέρει να μείνει κρυφή λίγο περισσότερο από ένα μήνα. Έξι μήνες αργότερα απ’ το συμβάν, στα γενέθλια της επτάχρονης Ντύλαν, η Φάροου είχε γεμίσει το σπίτι με χαρτιά και σημειώσεις σε πόρτες και τοίχους, που έγραφαν ότι ο παιδόφιλος Γούντι Άλεν είναι ανεπιθύμητος στο σπίτι καθώς αφότου αποπλάνησε τη μία αδερφή, τώρα έχει βάλει στο μάτι και τη μικρότερη. Επαναλαμβάνω, ότι η η Ντύλαν ήταν μόλις 7, δεν είχε ιδέα για τα γεγονότα και αυτό ήταν το πάρτι γενεθλίων της. Το καλοκαίρι του 1992, όταν ήταν πια φανερό πως δεν ήταν φευγαλέα αποπλάνηση, αλλά ο Άλεν και η Σουν-Γι είναι ζευγάρι, η Φάροου επιστράτευσε παιδοψυχολόγους και δικηγόρους για να τον χτυπήσει και τον φωτογράφιζε στα media «σατανικό», λέγοντας ότι είχε κάνει κόλαση τη ζωή τους όλα αυτά τα χρόνια. Τα πράγματα έγιναν πολύ άγρια όταν ο Γούντι, για να σταματήσει τον αναμενόμενο κυκεώνα κίτρινου τύπου που τον ακολουθούσε, δήλωσε στη Σουν-Γι την πρόθεσή του να παντρευτούν και να ζήσουν μαζί κανονικά. Λίγες βδομάδες αφότου η Φάροου έμαθε τα νέα γύρω απ’ τον επικείμενο γάμο, οργάνωσε συνάντηση με δικηγόρους και τους είπε πως η Ντύλαν παραπονέθηκε ότι ο Γούντι Άλεν την εκμεταλλεύτηκε σεξουαλικά στη σοφίτα του σπιτιού της.

Για να υποστηρίξει την κατηγορία, η Φάροου αποφάσισε να βιντεοσκοπήσει την ομολογία της Ντύλαν σε κάμερα. Για την ιστορία, η Φάροου χρειάστηκε τρεις μέρες μόνη της με την 7χρονη για να καταφέρει να βιντεοσκοπήσει την ομολογία της μικρής. Η Ντύλαν, σύμφωνα με μάρτυρες, έδειχνε να μην ενδιαφέρεται για τη διαδικασία και να προσπαθεί να επαναλάβει τα λόγια της μαμάς της. Επιπλέον, το τελικό αποτέλεσμα είχε μονταριστεί πολύ έντονα. Οι ειδικοί έκριναν ότι η βιντεοσκοπημένη ομολογία της Ντύλαν ήταν σκηνοθετημένη και καθοδηγούμενη απ΄τη μητέρα της. Δυο διαφορετικές ομάδες ειδικών σε περιπτώσεις σεξουαλικής παρενόχλησης διεξήγαγαν 14μηνη εξονυχιστική έρευνα και δεν βρήκαν ούτε ένα στοιχείο κακοποίησης ή παράνομης συμπεριφοράς. Λίγες βδομάδες αργότερα, η Φάροου πήγε το θέμα ένα βήμα παραπέρα και δήλωσε ότι βρήκε ίχνη σεξουαλικής κακοποίησης και στον γιο της, τον Σάτσελ. Αυτές κατηγορίες δεν έφτασαν ποτέ στο δικαστήριο, καθώς τα γεγονότα χαρακτηρίστηκαν πολύ παρανοικά ακόμα και να να διερευνηθούν και η Φάροου τις απέσυρε.

Όλη η ιστορία γύρω από το «χαμένο 20λεπτο» κατά το οποίο η Ντύλαν κακοποιήθηκε στη σοφίτα, στηρίχθηκε μόνο στη δήλωση της νταντάς της. Ένα χρόνο μετά τα γεγονότα η συγκεκριμένη γυναίκα βρήκε την babysitter του Σάτσελ και της είπε ότι στην πραγματικότητα δεν άφησε την Ντύλαν απ’ τα μάτια της για περισσότερα από 2-3 λεπτά και ότι μετάνοιωσε πικρά που είπε αυτά τα πράγματα για «τον κύριο Άλεν που της φέρονταν πάντα τόσο καλά». Η babysitter του Σάτσελ μετέφερε τα λόγια αυτά στα media για να απολυθεί λίγες μέρες αργότερα απ’ την Φάροου. Στο μεταξύ, ο Μόουζες είχε ήδη αρχίσει να αποστασιοποιείται απ’ τη μητέρα του και να δηλώνει ότι όλη την υπόθεση την είχε ενορχηστρώσει εκείνη. Στην τρίωρη ομολογία του, ο Γούντι Άλεν αρνήθηκε κάθε κατηγορία σεξουαλικής παρενόχλησης και μάλιστα χωρίς την παρουσία δικηγόρου υπεράσπισης. Ο Γούντι Άλεν έδωσε πρόσβαση στα πρακτικά και τις σημειώσεις της ψυχοθεραπείας του, όπου δεν βρέθηκαν ποτέ αναφορές σε ερωτικές επιθυμίες για ανήλικα κορίτσια ή έστω κάτι που να δείχνει ότι είχε οποιαδήποτε έλξη σε αγόρια. Επιπροσθέτως, ο Άλεν δέχτηκε να περάσει ανιχνευτή ψεύδους για την ιστορία. Το αποτέλεσμα τον έκρινε αθώο. Η Μία Φάροου αρνήθηκε να περάσει το ίδιο τεστ.

57jjmv_2.jpeg

Το παράξενο είναι ότι εν μέσω αυτού του χαμού, η Μία Φάροου ήθελε διακαώς να συνεργαστεί με τον Γούντι Άλεν για 13η φορά στην επόμενη ταινία του, στο “Μυστηριώδεις φόνοι στο Μανχάταν” (1993). O ρόλος τελικά πήγε στην παλιά συνεργάτιδα και πιστή φίλη του Άλεν, στην Ντάιαν Κίτον, η οποία δεν είχε εμφανιστεί σε καμία από τις 12 τανίες του καθ όλη τη διάρκεια της σχέσης του με την Φάροου, εξαιτίας του βέτο που είχε ασκήσει η Μια καθώς την αντιπαθούσε. Την πρώτη μέρα των γυρισμάτων, η Φάροου εμφανίστηκε στα γυρίσματα για να υποδυθεί την πρωταγωνίστρια, σε μια άβολη στιγμή για όλο το συνεργείο, προτού της δείξουν την πόρτα της εξόδου.

Όσον αφορά τη ζωή της Φάροου, είναι σημαντικό να αναλογιστούμε τέσσερα πράγματα: α) γνωρίζουμε ότι ο Ρομάν Πολάνσκι έχει κατηγορηθεί δίκαια για τον βιασμό ανήλικων κοριτσιών στη δεκαετία του 60. Η ίδια η Μία ήταν στο πλευρό του και μάλιστα κατέθεσε στο δικαστήριο προς υπεράσπισή του. Να θυμίσω ότι ο ο Πολάνσκι είναι ο μοναδικός σκηνοθέτης πέραν του Γούντι που της έχει δώσει αξιοσημείωτο ρόλο στο σινεμά με το «Μωρό της Ρόζμαρι». Ο Ρόναν Φάροου έγραψε τα άρθρα στους New York Times που πυροδότησαν όλη την φριχτή ιστορία σχετικά με τον Γουάινστιν, αλλά ουδέποτε αναφέρθηκε στο όνομα του Πολάνσκι. β) η Μία παντρεύτηκε τον Φρανκ Σινάτρα όταν ήταν 21 ετών. Ο Φράνκι ήταν 50 όταν άρχισαν να βγαίνουν. Η Σουν-Γι ήταν 20 όταν ξεκίνησε ο δεσμός της με τον Άλεν και αυτός ήταν 56. Οι κατηγορίες για «ανήθικη» σχέση παιδεραστίας, αν ευσταθούν για τον Άλεν, τότε θα πρέπει να «καίνε» και τον πρώτο σύζυγό της Μία. Μάλιστα η Φάροου είχε μεγάλο ιστορικό με σχέσεις με πολύ μεγαλύτερους άνδρες, όπως τον Γιουλ Μπρίνερ ή τον Κερκ Ντάγκλας. γ) Ο αδερφός της Μία, ο Τζον Φάροου, πήγε στη φυλακή καθώς κρίθηκε ένοχος για τον βιασμό αγοριών μεταξύ 8 και 10 ετών. δ) H τραγουδοποιός Ντόρι Πρεβέν ήταν η πρώτη γυναίκα του Άντρε Πρεβιν (του πρώην συζύγου της Φάροου) και είχε γράψει ένα τραγούδι για τη Μία με τίτλο “Beware of Young Girls”. Το τραγούδι περιέγραφε τον τρόπο που ένα μικρό και φρέσκο κορίτσι παρίστανε τη φίλη της και τελικά της αποπλάνησε το σύζυγο. Οι στίχοι έλεγαν: «Beware of young girls who come to the door. Wistful and pale of 24. She was my friend, she was invited to my house. She admired my wedding ring, she sent us little silver gifts, oh, what a rare αnd happy pair she inevitably said, as she glanced at my unmade bed. She admired my unmade bed».

57jjmv_3.jpg

Το τέλος του τραγουδιού που μπορείτε να ακούσετε ΕΔΩ αφήνει μια πικρόχολη πρόβλεψη πως μια μέρα θα τον αφήσει κι αυτόν για κάποιον άλλον, όπως και τελικά έγινε. Οι ενοχές της Μία Φάροου για αυτή την προδοσία ήταν πολλές και στην αυτοβιογραφία της μιλάει εκτενώς και με εμμονή για την Ντόρι, την οποία αντιμετωπίζει ως πρότυπο. Αυτό το γεγονός δεν θα είχε μεγάλη σχέση με την ιστορία, εάν στον ίδιο δίσκο δεν υπήρχε μυστηριωδώς ένα τραγούδι με τον τίτλο “With My Daddy in the Attic”, που περιγράφει μια fiction ανατριχιαστική ιστορία ενός θύματος βιασμού απ’ τον πατέρα της στη σοφίτα…

Μετά το τέλος της διαμάχης, η Μία απαγόρευσε στον Γούντι να έχει την οποιαδήποτε επαφή με τον Μόουζες, τη Ντύλαν και τον Σάτσελ, ο οποίος άλλαξε το όνομά του σε Σίμους και λίγα χρόνια μετά το άλλαξε για δεύτερη φορά σε Ρόναν. Η Μία Φάρρου υιοθέτησε άλλα 6 παιδιά μετά την υπόθεση, φτάνοντας συνολικά τα 15 παιδιά μέχρι σήμερα. Δεν έπαιξε σε καμία αξιοσημείωτη ταινία μετά το “Husbands and Wives”.

Κανείς δεν κατηγόρησε για παιδεραστία τον Άλεν πριν ή μετά τη Φάροου. Ο Γούντι και η Σουν-Γι τελικά παντρεύτηκαν το 1997 και μαζί υιοθέτησαν δυο παιδιά. Παραμένουν παντρεμένοι για είκοσι χρόνια. Παρ όλες τις κατηγορίες από την πλευρά της Μία Φάροου πως είναι πνευματικά καθυστερημένη και έτσι δέχεται εύκολα τους χειριστικούς τρόπους του Γούντι, η Σουν-Γι προχώρησε στις σπουδές της και ολοκλήρωσε το μεταπτυχιακό της το 2006.

57jjmv_4.jpg

Η υπόθεση βρήκε ξανά το δρόμο στη δημοσιότητα, με τη βράβευση του Άλεν με το βραβείο Cecil B. DeMille στις Χρυσές Σφαίρες, το 2004. Η Μία και ο Ρόναν επανέφεραν την υπόθεση στον τύπο σαν έκφραση διαμαρτυρίας για να θολώσουν το θετικό κλίμα απέναντι στον σκηνοθέτη και να αμαυρώσουν τη βραδιά, με συνεντεύξεις στο Vanity Fair και μια ανοιχτή επιστολή στους New York Times. Ένα μήνα μετά την επιστολή, ο απηυδισμένος Μόουζες έσπασε τη σιωπή του πήρε και πήρε θέση επίσημα υπέρ του Γούντι Άλεν. Συγκεκριμένα είπε: «Φυσικά ο Γούντι δεν επιτέθηκε σεξουαλικά στην αδερφή μου. Η μητέρα μου ήταν αυτή που μας μάθαινε να τον μισούμε γιατί μας έλεγε ότι διέλυσε την οικογένεια και ότι μας βίασε. Τον μισούσα για πολλά χρόνια εξαιτίας της. Τώρα όμως καταλαβαίνω ότι όλα τα έκανε για να εκδικηθεί το γεγονός ότι ερωτεύτηκε τη Σουν-Γι». Η σχέση του Μόουζες με τον Άλεν μετά απ’ αυτό, αποκαταστήθηκε.

Ένα απ’ τα πιο αστεία αλλά και σκοτεινά σημεία του άρθρου που δημοσίευσε το Vanity Fair, ήταν πως ο πραγματικός πατέρας του Ρόναν Φάροου δεν είναι άλλος από τον Φρανκ Σινάτρα. Η Μία δηλαδή, σε μια αδιανόητη κίνηση εντυπωσιασμού και νοσηρής εκδίκησης, παραδέχτηκε ότι κατά τη διάρκεια της σχέσης της με τον Γούντι Άλεν τον απατούσε με τον πρώην σύζυγό της. Αυτό το θέμα φυσικά το έκρυβε όταν είχε το ρόλο της θιγομένης συζύγου στα δικαστήρια το 1993. Ο Σινάτρα μισούσε τον Γούντι Άλεν και φήμες λένε ότι προσφέρθηκε να βάλει τη μαφία να τον σκοτώσει επειδή πλήγωσε την παλιά αγαπημένη του. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο Γούντι Άλεν είχε βασίσει το ρόλο του Lou Canova, ενός ξεπεσμένου crooner, στην ταινία “Broadway Danny Rose” (1984) στον Σινάτρα. Έτσι θα είναι πάντα, οι αληθινοί καλλιτέχνες θα έχουν για όπλο την ευφυΐα της τέχνη τους και οι ετερόφωτοι δορυφόροι τους, θα θρέφονται τρώγοντας τις σάρκες τους για πάντα.

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

To Νήμα

57wwNima_2.jpg

Το «Νήμα» είναι μια χειροποίητη και απαράμιλλη εμπειρία βιογραφικών σημείων και εύπλαστης μνήμης. Ο Αλέξανδρος Βούλγαρης (ή «The Boy» όπως τον γνωρίζουμε απ΄τη μουσική του καριέρα) με την βιρτουοζιτέ και την επιτήδευση ενός τζαζίστα βιογράφου, μιλάει για τις φοβίες, τις μάχες, τον βασανισμό και την πνευματική κληρονομιά μιας ηρωίδας με έντονη αντιδικτατορική δράση, η οποία κουβαλάει όλη την οργή και τα απωθημένα που αφήνει η μητρότητα. Σταδιακά λοιπόν μας τραβάει στον ιστό του ασυνείδητου μιας γυναίκας που βρίσκεται σε διαρκή ρήξη με το ρευστό περιβάλλον της. Το πετυχαίνει, όχι φυσικά με τη μέθοδο της άχαρης αναπαράστασης αναμνήσεων αλλά με κεντραρισμένα, κλειστοφοβικά πλάνα τα οποία κυκλώνουν δυστοπικοί ήχοι και αληθινά εφέ που αντιβαίνουν τους κανόνες της αφήγησης. Η φαινομενική αναρχία του μοντάζ και η παραμορφωμένη ματιά του φακού όμως, δεν οδηγεί τελικά σε κάτι ανοίκειο.

Το ταραγμένο σύμπαν του έργου εκφράζεται με εξπρεσιονιστικούς φωτισμούς και με υποκειμενικές λήψεις, που περιορίζουν το κάδρο αλλά «ανοίγουν» την αντίληψη του θεατή. Το ρευστό μοντάζ κάνει τη μια σκηνή να χωνεύει την προηγούμενη. Ως αποτέλεσμα, ο φαντασιακός κόσμος του σεναρίου προβάλλει τον ψυχισμό μιας ηρωίδας που βασανίζεται από τους Οραματιστές (ρετροφουτουριστική αναφορά στους συνταγματάρχες της Χούντας), αγαπιέται από το μικρό της αγόρι, μεγαλοπιάνεται εξαιτίας αυτάρεσκων ψευτοδιανοούμενων της παριζιάνικης nouvelle vague, ψωνίζεται με την επανάσταση, γίνεται σοσιαλιστικό σύμβολο και φυλακίζεται στο μπουντρούμι του κορμιού της. Κάπου ανάμεσα στον αφρό της τέχνης, στο ανήσυχο πνεύμα και στο πέρασμα του χρόνου που ξεπεζεύει τα ιδανικά μας, ο θεατής αναζητά την αλήθεια με τον ίδιο τρόπο που ξετυλίγουμε ένα κουβάρι εικόνων στους εφιάλτες μας. Το παθιασμένο όραμα του Αλέξανδρου Βούλγαρη προκρίνει η Σοφία Κόκκαλη, η οποία ερμηνεύει έξοχα την ηρωίδα, σαν να φοράει πολλές μάσκες αγωνίας στο πρόσωπό της.

Κάτω από τη φόδρα της ταινίας, φυσικά κρύβεται ένα ειλικρινές γράμμα αγάπης στην Ιωάννα Καρυστιάνη. Η ταινία δεν χαρίζεται στον βίο και τα έργα της αληθινής γυναίκας και ο σκηνοθέτης προσπαθεί να καταγράψει τον πόνο που συνεπάγεται ένα τέτοιο ταξίδι με μηχανισμούς ενός φαντασιακού θρίλερ που θα οδηγήσουν σε ένα μικρό Rosebud (Κυκλάμινο). Το σκηνογραφικό στυλ μιας τόσο πολυμορφικής ιστορίας δεν θα μπορούσε παρά να είναι αφαιρετικό, όμως η συνοχή και το νόημα δεν προδίδονται ποτέ, παρά τους υπερβολικoύς συμβολισμούς στο δεύτερο μέρος. Ποτέ δεν σε προδίδουν άλλωστε οι ταινίες που φτιάχνονται από δημιουργούς που νοιάζονται τόσο για τους ήρωές τους και παιδεύονται απ’ αυτούς.

57wwNima_3.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #148

Evanescence

Synthesis

 

Οι επικές μπαλάντες συμφωνικού ροκ που έγραψαν οι Evanescence, ήταν ο λόγος που ξέφυγαν απ’ τον σωρό της νεογοτθικής metal αφάνειας, φτάνοντας ως τα Grammy. Το συγκρότημα ευνοήθηκε βέβαια και απ’ το καλό timing, καθώς το ντεμπούτο Fallen (2003) κατάφερε να θρέψει μουσικά τις ολονύχτιες ταβανοθεραπείες μιας ρομαντικής γενιάς μαθητών, που δεν έδιναν δεκάρα για τις ασχήμιες στο προαύλιο του σχολείου, αλλά προτιμούσαν να χάνονται σε χαοτικές ζωγραφιές με έκπτωτους αγγέλους –πάντα με μαύρο στυλό στα οπισθόφυλλα των τετραδίων.

Τα τραγούδια εκείνα συστήνονται τώρα ξανά στο κοινό, σε πιο πομπώδεις εκτελέσεις, συνοδεία ορχήστρας, με νέες ενορχηστρώσεις επιμελημένες από τον David Campbell. Το Synthesis αποτελεί δηλαδή ένα επαναδούλεμα των πιο γνωστών τίτλων του αμερικάνικου γκρουπ, με γαρνιτούρα 2 καινούριες συνθέσεις.

Στην καλύτερη περίπτωση, τα τραγούδια των Evanescence θα έντυναν μουσικά μία μικρού μήκους ταινία για δύο ερωτευμένες έφηβες που αυτοκτονούν μαζί στο αγαπημένο τους νεκροταφείο, την οποία θα είχε σκηνοθετήσει μια πρωτοετής σπουδάστρια κινηματογράφου, που ασχολήθηκε σοβαρά με το σινεμά εξαιτίας της ερμηνείας του Μπράντον Λι στο Κοράκι. Στη χειρότερη πάλι περίπτωση, αποτελούν επένδυση για αυτοσχέδια βιντεάκια στο YouTube,  από συρραφές στατικών εικόνων με δακρυσμένους παλιάτσους, αιματοβαμμένες γοργόνες, λαβωμένα ξωτικά και κόκκινα ρόδα, πίσω από τζάμια με φόντο τη βροχή.

Η μελοδραματική οργή της Amy Lee βρίσκει χώρο να ξεχυθεί σ’ αυτές τις καινούριες ενορχηστρώσεις και το ένα κρεσέντο ακολουθεί το άλλο, σε μία πληθώρα από θεατρίζουζες ερμηνείες. Όμως τραγουδάει χωρίς μέτρο, σαν να θέλει να πείσει τους κριτές της επιτροπής ενός φανταστικού talent show. Η γενιά των emo μεγάλωσε και ούτε θέλει να κοιτάξει πίσω στις πρώτες της παιδικές αρρώστιες· η δε απουσία κιθάρας –ως εστέτ επιλογή– και το «συμφωνικό άλλοθι ωριμότητας» δεν ευδοκιμούν καθόλου σε ακροατές απομακρυσμένους πια από τα άγουρα νεανικά χρόνια.

Στο Synthesis, ακόμα και τα καλύτερα τραγούδια των Evanescence μοιάζουν με ιδανικές επιλογές για διαγωνισμούς ταλέντου, για όταν οι παίκτες καλούνται να πουν ένα «καλό ξένο». Το ορχηστρικό δηλαδή πανωφόρι που φοράνε κατάσαρκα το “Bring Me Τo Life” και το “My Immortal”, τους προσδίδει μια άβολη αίσθηση eurotrash. Θα έλεγα μάλιστα πως τα κάνει να μοιάζουν με αυτό που οι παρουσιαστές της εκάστοτε Eurovision χαρακτηρίζουν (με ενθουσιασμό) «καλή ροκ παρουσία».

Κάπως έτσι, το Synthesis είναι απ’ τα λίγα φετινά άλμπουμ που, μόλις τελειώσει, σου δημιουργεί την ανάγκη να βάλεις αμέσως να ακούσεις κάτι άλλο, μπας και σου φύγει γρήγορα η άσχημη γεύση.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Κ.Βήτα & Μιχάλης Δέλτα // DJ Set

Το συναισθηματικό αποτύπωμα που άφησαν οι Στέρεο Νόβα μετά τη διάλυσή τους, είναι ανυπολόγιστο. Κατά συνέπεια, είναι μεγάλος ο θόρυβος που ξεσπά γύρω από κάθε δημόσια, κοινή συνάντηση του Μιχάλη Δέλτα και του Κωνσταντίνου Βήτα. Ακόμα και η ανακοίνωση του διήμερου DJ set στα decks του club Stream, που τους επανένωσε 9 χρόνια μετά το live για τα γενέθλια της Lifo, σκόρπισε ενθουσιασμό· φανταστείτε λοιπόν τι έχει να γίνει σε μια πιθανή ανακοίνωση νέας δισκογραφικής συνεργασίας ή έστω κανονικής συναυλίας. Οι ίδιοι, πάντως, ξέρουν καλύτερα απ’ όλους αν υπάρχει ουσιαστικός καλλιτεχνικός λόγος για κάτι τέτοιο.

Ο κόσμος που έδωσε το παρών σε αυτό το πάρτυ, ήθελε σαφώς να χορέψει και να διασκεδάσει. Ωστόσο, πιστεύω ότι η μεγαλύτερη επιθυμία όλων, ήταν να δουν τον Μιχάλη και τον Κωνσταντίνο στο ίδιο πλάνο: να τους χωρέσουν μαζί τα μάτια τους. Ας μην έπαιζαν ζωντανά τις αλησμόνητες ηλεκτρονικές μελωδίες τους, ας μην τραγουδούσαν τους ένδοξους στίχους τους. Η ιδέα πως οι δυο μουσικοί βρίσκονται στον ίδιο χώρο είναι γοητευτική· και δημιουργεί μια επιθυμία για «συμμετοχή» μέσω του χορού.

58kStereo_3.png

Την ατμόσφαιρα στο Steam φρόντισε να θερμάνει με εξαιρετικό στυλ και συνέπεια η Miss Fo. Οι deep house επιλογές της και οι παιχνιδιάρικες μίξεις, έδωσαν από νωρίς ιδανικό τέμπο. H Miss Fo μας χάρισε προσεγμένα αστικά beats, χωρίς συγκεκριμένο χρώμα, και συντόνισε τους καρδιακούς παλμούς των θεατών· πολλοί μάλιστα απ’ αυτούς, ίσως και να είχαν ξεχάσει πια τι σημαίνει να στοιβάζεται στα κλαμπ της πόλης.

Λίγο μετά τη 1, η πασίγνωστη μελωδία του “Νέα Ζωή 705” σημοτοδότησε την άνοδο των δύο βασικών ονομάτων στην κονσόλα. Ήταν μια τόσο/όσο εισαγωγή, η οποία άνοιξε τον δρόμο για ένα εξωστρεφές ηχοσύνολο, γεμάτο πυκνά, οριακά beat, από εκείνα που στα τέλη της δεκαετίας του 1990 συναντούσες σε club όπως το +Soda, αλλά και στα πρώιμα πάρτι του King Size. Απελευθερωμένη house μουσική για την αθόρυβη ελίτ των νυχτόβιων πλασμάτων, αυτών που μπορούν και χορεύουν ακόμα στην καρδιά των διαβρωμένων αστικών κέντρων, αποφεύγοντας με αποστροφή τα λιμνάζοντα νερά των μπουζουκτζίδικων της Ιεράς Οδού και τις ντόπιες λαϊκές αγορές της mainstream μαζικής διασκέδασης, μέσω βίαιων ντεσιμπέλ και φτηνού αλκοόλ.

58kStereo_4.png

Ο Μιχάλης Δέλτα είχε άνετα τον ρόλο του frontman: ήξερε πότε να δώσει τον πλαμό, πότε να αφεθεί σε χορούς και πότε να τερματίσει την έντασηγια να ξεσηκώσει και τους τελευταίους θαμώνες. Ο Κ.Βήτα ήταν σαφώς πιο ντροπαλός, με μια ευγενική συστολή πάνω απ’ τον μίκτη, αν και στη διάρκεια της βραδιάς «λύθηκε» και σήκωνε ρυθμικά τη γροθιά του με αυτοπεποίθηση. Ακολούθησαν αρκετές ώρες γεμάτες acid house ευδαιμονία και τεταμένη space disco, που στις εποχές της ακμής της clubland θα ακούγονταν σαν μια ανέμελη διανυκτέρευση στον κήπο των απολαύσεων.

Το ντουέτο μας χάρισε ένα σφιχτό και μαστορεμένo DJ set με χρώμα, βάση και περισσευούμενη αδρεναλίνη. Οι πονηρές, «χειροποίητες» μίξεις σε κρατούσαν δέσμιο και σου έφερναν στο μυαλό την εποχή που το clubbing είχε διαφορετικό παρονομαστή και ο κόσμος εξυπηρετούσε διαφορετικές ανάγκες όταν υπάκουε σωματικά στην κλιμάκωση ανάλογων ρυθμών. Αυτή είναι και η λεπτή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη νοσταλγία και στην πολύτιμη ανάμνηση. Κάτι που νομίζω πως εκτίμησαν οι εγκεφαλικοί χορευτές της βραδιάς στο Steam, που ήταν πλέον στην ώριμη θέση να χορέψουν έξαλλα χωρίς να υπάρχει ανάγκη να καταρρεύσουν απ’ την κραιπάλη το ξημέρωμα.

Και χωρίς καλά-καλά να το καταλάβουμε, ήταν Κυριακή πρωί, Κυριακή πρωί…

58kStereo_5.png

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #147

Billy Corgan
Ogilala
Ας το πάρουμε απόφαση: ο frontman που υπήρξε μία από τις βασικότερες πηγές έμπνευσης της δεκαετίας του 1990 και άφησε το στίγμα του στην Generation X γράφοντας ροκ τραγούδια που ζέσταναν την καρδιά μας, έχει χαθεί οριστικά. 

Ο Billy Corgan, ο οποίος έδωσε φωνή στη «μελαγχολία και στην αέναη θλίψη» της νιότης μας και όρισε ως σημείο βρασμού το ZERO για το εναλλακτικό rock, κατάντησε ο ίδιος να μας προκαλεί θλίψη και να συμπεριφέρεται σαν μηδενικό. Εκείνο όμως που δεν έχει εξαφανιστεί ολοσχερώς είναι το αδιανόητο ταλέντο του στην τραγουδοποιία· το Oceania (2012) και το Monuments Τo Αn Elegy (2014) που κυκλοφόρησε με το όνομα των Smashing Pumpkins ήταν αξιόλογοι δίσκοι, με ωραίο υλικό. Θα ήμουν λοιπόν άνετος με τον σημερινό Corgan αν ήταν απλά ένας εμμονικός «has been», ο οποίος γκρινιάζει για τα περασμένα μεγαλεία. Δυστυχώς, οι λόγοι που κάνουν δύσκολη την προσέγγιση του νέου σόλο δίσκου του, είναι σοβαρότεροι.

Τα τελευταία 20 χρόνια, μετά την τελευταία πραγματικά σπουδαία δουλειά του (Adore), ο Corgan θρέφει με παράλληλες δραστηριότητες την ανεπίκαιρη παράνοιά του. Να αφήσουμε στην άκρη τη χρηματοδότηση αγώνων wrestlingως εκκεντρικότητα, να αγνοήσουμε (με το ζόρι) τη new age ιστοσελίδα που είχε φτιάξει για θέματα αρμονίας ψυχής, σώματος και πνευματικής αφύπνισης. Να υποβιβάσουμε σε επίπεδο «κουτσομπολιού» τα παραληρηματικά ξεκατινιάσματα στο Twitter και τη σχέση του για ένα φεγγάρι με την Tila Tequila –το trash σελεμπριταριό που είχε εκφραστεί θετικά για τον Χίτλερ.

Πώς όμως να προσπεράσουμε ότι ο άνθρωπος έχει εξισώσει δημόσια τους διαδηλωτές στις προεκλογικές ομιλίες του Ντόναλντ Τραμπ με την Κου Κλουξ Κλαν; Πώς να παραβλέψουμε ότι είναι τακτικός καλεσμένος στην αμφιλεγόμενη εκπομπή του ακροδεξιού Alex Jones, όπου μιλάνε για θεωρίες συνωμοσίας; Σε μία απ’ αυτές που άντεξα να δω 10 λεπτά, ο Corgan έκανε παραλληλισμό της Φάρμας των Ζώων με το …Matrix, μιλώντας για ελευθερία της σκέψης στη Nέα Tάξη Πραγμάτων. Για να ακούσεις πια με καθαρό μυαλό τα τραγούδια του, πρέπει να ρυθμίσεις στο mute τέτοιες άβολες σκέψεις.

Πού μας αφήνουν όλα αυτά ως προς το Ogilala;

Αφιέρωσα δύο παραγράφους στη ζωή του Corgan γιατί είναι αδύνατο να συγκεντρωθείς στα νέα του τραγούδια χωρίς να τον ακούς να σου ψιθυρίζει στο αυτί θεωρίες για τη συνωμοσία της κλιματικής αλλαγής, για τα επικίνδυνα εμβόλια, για την επίπεδη Γη ή για ό,τι άλλο του καίει τον εγκέφαλο. Αυτό το «Take me as I am» που τραγουδάει ικετευτικά στο “The Spaniards”, είναι το πιο ανέφικτο πράγμα που μπορεί πια να μας ζητήσει.

Αρχικά, μας συστήνεται ως William Patrick· ποιος αφυπνισμένος πνευματικά 50χρονος θέλει άλλωστε να αποκαλείται ακόμα Billy; Στη συνέχεια αποδεσμεύεται από ηλεκτρονικούς ήχους και κρουστά και επιχειρεί να φέρει στο προσκήνιο την ακουστική του πλευρά, στο ύφος που θα ακούγονταν οι R.E.M. σε unplugged διασκευές του Elton John. Η παραγωγή του Ogilalaανήκει στον Rick Rubin, ο οποίος αναδεικνύει στη μίξη τη φωνή του Corgan, χωρίς να την καλλωπίζει. Ο τραγουδοποιός αφήνει τις ρωγμές της φωνής του να φανούν, χωρίς ρετούς. Έχει διανύσει μια διαδρομή 30 χρόνων για να έχει ακομπλεξάριστη αυτοπεποίθηση στο μικρόφωνο. Παρά την αμεσότητα και την ειλικρίνεια του εγχειρήματος, όμως, ο Corgan είναι 20 χρόνια νεώτερος απ’ ό,τι θα ‘πρεπε για να κάνει ο Rubin μαζί του το κόλπο που έκανε με τον Johnny Cash. Όπως δεν του είχε βγει η shoegaze στροφή στο άλλο του σόλο άλμπουμ, το The Future Embrace (2005), έτσι δεν λειτουργεί και η ακουστική εκδοχή απ’ το σκαμνί του έμπειρου folk τροβαδούρου.

Βέβαια, τα ίδια τα τραγούδια δεν φταίνε καθόλου για την όποια αστοχία του δίσκου. Ο Corgan έχει στον οργανισμό του το ίδιο ένζυμο με τον Paul McCartney και τον Burt Bacharach, αυτό που έχουν δηλαδή οι άνθρωποι στων οποίων το κεφάλι συνωστίζονται χιλιάδες μελωδίες, που θέλουν να βγουν προς τα έξω. Εξακολουθεί να είναι καλός συνθέτης, να περιφρονεί μεγαλοπρεπώς τα κλισέ και να έχει μια ακαταμάχητη θηλυκότητα στον τρόπο με τον οποίον εκφράζεται. Και με τραγούδια όπως το “Processional” και το ”Aeronaut”, διατηρεί την ικανότητά του να μας ρίχνει, παρόλο που του τα έχουμε μαζεμένα.

Ο «artist formerly known as Billy Corgan» κάποτε μας έκανε να νιώθουμε ότι πετάμε πάνω από έναστρους ουρανούς με τις κιθάρες του Siamese Dream. Φέτος μας χαρίζει έναν δίσκο γεμάτο με γλυκά και καλοσυνάτα τραγούδια, όπως το “Shiloh”, στο οποίο βγάζει τον Nick Drake από μέσα του. Μια λεπτή γραμμή χωρίζει όμως το γλυκό από το αδιάφορο, καθώς δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι θα βρεθεί κάποιος που θα ανατρέχει σε αυτά τα κομμάτια, ακόμα κι αν τα ευχαριστήθηκε σε πρώτη ακρόαση: το Ogilala θα αρέσει σε όλους αλλά θα εξατμιστεί σύντομα, ακόμη και στα αυτιά των πιο ορκισμένων αμετανόητων.

Τελικά, ισχύει το «The world is a vampire». Και θύμα του είναι ο Corgan, ο οποίος είχε τον κόσμο στα πόδια του και κατέληξε ημίτρελος και ταλαντούχος, εγκλωβισμένος σε ένα τηλεοπτικό reality δικής του κατασκευής, έρμαιο των εμμονών και του πολέμου που διαδραματίζεται μόνο στο κεφάλι του. Ελπίζω το επόμενο άλμπουμ να μην τον βρει να διαφημίζει στην τηλεόραση βιβλία με αποκαλύψεις για Νεφελίμ, αλλά να ξαναπιάσει τις κιθάρες του Gish και να τραγουδήσει με την πνιχτή και χαδιάρα φωνή του όσα βασανίζουν το υπέροχα παράξενο μυαλό που απολαμβάναμε πριν τη new age αυτοβελτίωση και τους εξωγήινους.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Lucky

58yyLucky_1.jpg

Το Lucky είναι ντεμπούτο και κύκνειο άσμα μαζί. Πρόκειται για την πρώτη ταινία του έμπειρου, ηθοποιού Τζον Κάρολ Λιντς, ενός καρατερίστα που μπορεί να υποδυθεί πειστικά απ’ τον τον all American, φιλήσυχο οικογενειάρχη, μέχρι τον ψυχοπαθή της διπλανής πόρτας. Το Lucky είναι ταυτόχρονα και το ιδανικό κύκνειο άσμα για τον σπουδαίο δευτεραγωνιστή Χάρι Ντιν Στάντον. Ο τελευταίος ρόλος που σφράγισε με κομψότητα μια τίμια και μακρά καριέρα την οποία ο Χάρι Ντιν έχτιζε σιωπηρά εδώ και δεκαετίες. Το αργό τέμπο αυτής της ανέλπιστα αισιόδοξης κινηματογραφικής μπαλάντας, θα ξενίσει μια μερίδα του κοινού που είναι μαθημένο να κρεμιέται απ’ την πλοκή. Δεν έχει καμία σημασία όμως αυτό ως προς την αντικειμενική αξία αυτής της γλυκιάς και ευρηματικής κωμωδίας.

58yyLucky_2.jpg

Το χιούμορ λάμπει πανηγυρικά σε αυτή την χαμηλοβλεπούσα δραμεντί. Η ταινία επικοινωνεί με ένα χιούμορ απρόβλεπτο, που εμφανίζεται και εξαφανίζεται σε ίση ταχύτητα. Αυτά που συμβαίνουν όταν η μπαταρία του χιούμορ πέφτει, αποκαλύπτουν μια πολύ πιο ενδιαφέρουσα ταινία. Όταν η αφήγηση αφήνεται με σιγουριά στις ήπιες, αμήχανες, καθημερινές στιγμές του Λάκι, πετυχαίνει μια περιστασικακή γεύση από σουρεαλισμό, αλλά και ένα υπόγειο φιλοσοφικό δέος, πολύ διακριτικό. Το δέος αυτό αφήνεται ελεύθερο να αρμενίσει και να καθίσει στην καρδιά του θεατή, σαν απρόοπτη και στοχαστική ενατένιση στο πνιγηρό συναίσθημα του θανάτου.

Ο Χάρι Ντιν Στάντον μας άφησε πλήρης ημερών, στα 91 του, χορτασμένος από εμπειρίες και ζωή. Όμως, το αναπόφευκτο τέλος τον τρομάζει, όπως ακριβώς τον μοναχικό ηλικιωμένο που τόσο υπέροχα υποδύεται. Η ρουτινιάρικη καθημερινότητά του στη μικρή κωμόπολη που ζει, περιλαμβάνει σταυρόλεξα, πρωινή γυμναστική, καφέ στο diner, τηλεπαιχνίδια γνώσεων και small talk με τους θαμώνες του τοπικού bar. Ο Λάκι, με στωικότητα στην έκφραση και την τρυφερότητα στα μάτια, θέλει να αντιμετωπίσει με ορθολογισμό το τέλος του. Δίχως απελπισία και πεσιμισμό. Με όπλο τη ρουτίνα και τις άδειες στιγμές που γεμίζουν τις μέρες του. Το αποτέλεσμα διακρίνεται από σπάνια κινηματογραφική απλότητα. Αυτό το χαμηλότονο και ελεύθερο ταξίδι αναζητεί ματιά ανάλογων προσόντων για να διανύσει τη μοναχική του διαδρομή μέσα στη θάλασσα των crowd pleasing ταινιών μαζικής κατανάλωσης.

58yyLucky_3.jpg

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #146

Carla Bruni
French Touch

Φανταστείτε ότι είστε καλεσμένοι σε δεξίωση που λαμβάνει χώρα στο μεγάλο σαλόνι μιας έπαυλης, στα γενέθλια ενός υπερήλικα μεγιστάνα (φανταστείτε το, μπορείτε).

Η κατανάλωση σαμπάνιας με σπάνια ορντέβρ, το χάζι στα φορέματα των νεαρών δεσποινίδων που συνοδεύουν τους καλεσμένους επιχειρηματίες και το χαμηλόφωνο small talk στα πηγαδάκια σταματάει απότομα: η όμορφη και κατά πολύ νεότερη σύζυγος του εορτάζοντα, η οποία έχει αρχίσει μαθήματα ορθοφωνίας και κιθάρας με τους πιο ακριβούς δασκάλους, θα δώσει ένα ρεσιτάλ, αποκλειστικά για τους παρευισκoμένους, με τα αγαπημένα της «ροκ» και «μοντέρνα» τραγούδια. Η υπομονή που θα δείξετε και τα γελάκια τα οποία θα πνίξετε όταν θα κάθεστε λίγα μέτρα πίσω από την πολυθρόνα του ευκατάστατου κυρίου –κι ενώ θα σας έρχεται ο καπνός από το πούρο που καπνίζει, περήφανος για το κορίτσι του– αποτυπώνουν την αίσθηση της ακρόασης αυτού του δίσκου.Να ξεκαθαρίσω κάτι: δεν υπήρξα ποτέ αρνητικά προκατειλημμένος με την καλλονή που γεννήθηκε για τον τίτλο της «πρώτης κυρίας»· η Carla Bruni μου είναι συμπαθής, καθώς δεν έχει τη μπίχλα πολλών εστεμμένων celebrities. Επιπλέον, το πρώτο της άλμπουμ Quelqu’un M’a Dit (2003), παραμένει ιδανικό για μελαγχολικά, Κυριακάτικα απογεύματα στο σπίτι.

Στον φετινό της τώρα δίσκο, η αυτοκρατορική σύζυγος διασκευάζει αγαπημένα της (λέμε τώρα) τραγούδια, ερμηνεύοντάς τα στα αγγλικά, με ένα κάποιο «γαλλικό άγγιγμα» στην έκφραση, όπως προμηνύει και ο τίτλος. Η Bruni θυμίζει εδώ καλοθρεμμένη γόνο για την οποία έχει προσχεδιαστεί ο τέλειος διπλωματικός γάμος, εκείνη όμως πιστεύει μέσα της ότι είναι αντισυμβατική και «προχώ», απλά γιατί έχει κάποια CD των Rolling Stones και των Depeche Mode τα οποία ακούει τις νύχτες και οι γονείς της δεν θα καταλάβουν ποτέ.

Στο French Touch, το πρώην μοντέλο τραγουδάει σαν να χαριεντίζεται ηδονικά σε μεταξωτά σεντόνια, ενώ ταυτόχρονα βαριέται του θανατά. Καλύπτει τις αδυναμίες της στα φωνητικά πίσω από εφαρμοσμένα τρικ, σαν την «καπνισμένη» βραχνάδα και τους υγρούς αναστεναγμούς· πάντα με ένα σαγηνευτικό χαμογελάκι σε κάθε φθόγγο και με ένα αχρείαστο κλείσιμο του ματιού σε κάθε συλλαβή. Μερικές «σατέν» διασκευές, όπως στο “Miss You” των Stones και στο “Highway Τo Hell” των AC/DC, μοιάζουν να έχουν φτιαχτεί για lounge συλλογές, από αυτές που μοιράζουν τα club της Ibiza με το δεύτερο κοκτέιλ σε θαμώνες που ευαγγελίζονται τις νερόβραστες chill-out και bossa nova εκτελέσεις. Άσε που πετάει κι ένα ξεκούδουνα χαριτωμένο «Mon amour tu me manques» στο “Miss You” («French Touch», να μην ξεχνιόμαστε).

Ωστόσο η Carla Bruni δεν έχει ιδέα τι λέει όταν τραγουδάει το “Stand Βy Your Man”, ενώ στην καλύτερη περίπτωση κάνει καραόκε στο “Moon River” του Henry Mancini. Δεν θα ήμουν τόσο αυστηρός αν με έπειθε ότι το διασκεδάζει λιγάκι, πιστεύω όμως ότι ακόμη και το αυθόρμητο γελάκι της στο “Perfect Day” του Lou Reed ήταν προσχεδιασμένο και γραμμένο στο χαρτί.

Από το Avopolis
Posted in Music | Leave a comment

Καζαντζάκης

Ο τίτλος της ταινίας θα όφειλε κανονικά να είναι «Καζαντζάκης ο Μεγαλοπρεπής», καθώς η αισθητική και η σκηνοθετική ικανότητα του Γιάννη Σμαραγδή συγκρίνονται μόνο με αυτές των  αντίστοιχων δημιουργών των τούρκικων σήριαλ (τύπου “Σουλειμάν”) και με ανάλογες δημιουργίες του χείριστου είδους. Η ταινία ακολουθεί τα γεγονότα της μυθιστορηματικής αυτοβιογραφίας του Καζαντζάκη, που εκδόθηκε μετά τον θάνατό του και φιλοδοξεί να ανασκευάσει όσα σημάδεψαν τη ζωή ενός ανήσυχου ανθρώπου, ο οποίος έγινε από νωρίς διάσημος στους αθηναϊκούς λογοτεχνικούς κύκλους ενώ κατάφερε να αφήσει πίσω του αρκετά σπουδαία βιβλία. Όμως οι 2 ώρες που διαρκεί το φιλμ είναι παντελώς ανέμπνευστες και αγγίζουν τα όρια της «προχειράντζας». Το στοίχημα της ταινίας είναι να εξερευνήσει το αόρατο πεδίο του βάρους της υπογραφής του παθιασμένου στοχαστή. Ο Σμαραγδής δεν φεύγει από τον στόχο του, αλλά το κάνει με ψευδοϊστορική αφέλεια, σε ένα έργο που τελικά δεν είναι τίποτα άλλο παρά ξόδεμα ενέργειας.

60_2.jpg

Όσοι έχουν δει προηγούμενες δουλειές του Γιάννη Σμαραγδή («Ελ Γκρέκο», «Ο Θεός Αγαπάει το Χαβιάρι») γνωρίζουν καλά ότι τον διακρίνει μια επιδερμική προσέγγιση σε επίπεδο τηλεταινίας, με μπόλικη δόση αβάσιμης ματαιοδοξίας. Έτσι, οι σταθμοί στη ζωή του Καζαντζάκη υπογραμμίζονται με ένα άβολο χριστιανικό στυλ, του είδους που συναντάμε σε εκπαιδευτικές ταινίες για κατηχητικά. Οι σκηνές πλαισιώνονται με camp παρουσίες, όπως η καρικατούρα της Μελίνας Μερκούρη (η Ζέτα Δούκα σε αποκριάτικη αμφίεση Μελίνας) και η περσόνα του Άγγελου Σικελιανού (με εξαιρετικά φροντισμένο φρύδι, το οποίο ταιριάζει σε έκφυλο μπάρμπα και όχι σε καλλιεργημένο μεγαλοαστό). Το πανηγύρι κακογουστιάς συμπληρώνει η γειτόνισσα, που με ύφος αλαφροίσκιωτης χαρτορίχτρας, προειδοποιεί τον ήρωα να «μην πάει στην Κίνα».

Η πατριωτική ψυχαγωγία αγγίζει τα όρια της χασμωδίας και σαν να μην έφτανε αυτό ο Σμαραγδής ανακάλυψε ότι ο κόσμος του διαδικτύου προσφέρει εικόνες σε public domain. Αντί λοιπόν να κινηματογραφήσει ένα ταξίδι του τρένου ή τα ξωκλήσια της Κρήτης, δανείζεται εικόνες, θαρρείς από screensaver και από διαφημίσεις για τον τουρισμό. Σαφώς ανήθικη επιλογή που υπονομεύει το έργο και δεν σέβεται τι σημαίνει κινηματογραφική αισθητική. Για να καταλάβετε τι εννοώ, η αναζήτηση του Καζαντζάκη στην έρημο συνοψίζεται με ένα travelling πλάνο, δανεικό από κάτι σαν το National Geographic, με μια εικόνα του ήρωα να γονατίζει (που μπορεί να είναι στην ψιλή άμμο μιας παραλίας). Αυτό είναι το σινεμά; Πρόκειται τελικά για απόλυτη διηγηματική σύγχυση που απογειώνεται από την ενοχλητική τοποθέτηση προϊόντος. Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, το μέλι Αττική και κυρίως τα παξιμάδια Τσατσαρωνάκη είναι προϊόντα που η ταινία στα τρίβει στη μούρη, εξασθενίζοντας το δραματικό πυρήνα που όφειλε να έχει η βιογραφία ενός τόσο αξιοσημείωτου ανθρώπου.

60_3.jpg

Αναρωτιέμαι αν ο κύριος Σμαραγδής μπορεί να θεωρεί ότι μπορεί ένας ηθοποιός όπως ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, να ερμηνεύει τον ήρωα από τα 16 του μέχρι τα 70 του, και ξαφνικά 3 χρόνια αργότερα (στα 73 του) να έχει το πρόσωπο του Στέφανου Ληναίου. Κανένας σεβασμός στους ηθοποιούς που μένουν ξεκρέμαστοι και εκτεθειμένοι με τόσο κακές επιλογές. Αυτή η κατακλυσμιαία επίδειξη άστοχων επιλογών του σκηνοθέτη στην προσπάθειά του να καλοπιάσει το κοινό, είναι γεμάτη εικόνες που δεν έχουν καν τη συναίσθηση της εφημερότητάς τους.

Παρόλη την τοποθέτηση προϊόντος, τις ψεύτικες εικόνες ερήμου και τρένων, τον υστερικό ψευδορομαντισμό στις σκηνές της Μόσχας, το ιστορικό φούμαρο στην περίοδο του Εμφυλίου, όλα θα ήταν καλύτερα αν δεν υπήρχε η ενοχλητική παράμετρος του μισογυνισμού. Οι γυναίκες του φιλμ στην καλύτερη περίπτωση φέρονται σαν προσωπικοί βοηθοί και δακτυλογράφοι των συζύγων τους. Γυναίκες που υπάρχουν μόνο και μόνο για να κοιτάνε τους άντρες τους με θαυμασμό στα μάτια, δίχως ανταμοιβή και χωρίς να εισπράττουν συναίσθημα. Η αναδρομή μέσα μια σειρά από αναμνήσεις δεν καταφέρνει να εκφράσει βιωμένα αισθήματα. Ο Σμαραγδής περιδιαβαίνει ανενόχλητος με θράσος «περισπούδαστου αδιάβαστου» που πατάει σε υπολογισμένες προσδοκίες, προσθέτοντας έτσι ένα ακόμα ένα αξιοθρήνητο φιλμ στην αχρείαστη φιλμογραφία του.

60_4.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Happy End

60ttt_1.jpg

Ο μέγας δημιουργός Μίκαελ Χάνεκε εστιάζει με πειθώ και με σκηνοθετική ακρίβεια στους χαρακτήρες μιας μεγαλοαστικής οικογένειας. Ένα ατύχημα σε κάποιο έργο της κατασκευαστικής  εταιρείας η οποία τους ανήκει, θα σταθεί η αφορμή για να ξετυλιχθεί ένα κουβάρι από μυστικά και ψέμματα. Ο Χάνεκε, έχοντας υπογράψει κάμποσα αριστουργήματα στην καριέρα του, καταπιάνεται με ένα ήπιας δυναμικής σενάριο, που θα μπορούσε να κινηματογραφήσει και ο Γούντι Άλεν (στα πιο δραματικά του). Η κατάμαυρη ειρωνεία επάνω στην ανασφάλεια, στις εμμονές και στην αλλοτρίωση της έκπτωτης μεγαλοαστικής τάξης, είναι η πρώτη ύλη για μια βαθιά πεσιμιστική και ουσιαστικά πολιτική ταινία. Με υπομονή και σεμνότητα, ο Χάνεκε κινηματογραφεί ήρωες αληθινούς και σάρκινους. Με ψύχραιμη μελαγχολία αφουγκράζεται την απελπισία στις επιλογές και την ψυχολογική δοκιμασία των ηρώων του. Μπορεί το Happy End να μην αγγίζει τα μπεργκμανικά ύψη της «Λευκής Κορδέλας», να μην έχει την αιχμηρή επιφάνεια του «Κρυμμένου» και να μην είναι τόσο διεισδυτικό όσο η «Δασκάλα του Πιάνου», όμως ο 75χρονος Γερμανοαυστριακός δημιουργός επανέρχεται στο γνήσια μισανθρωπικό και ασφυκτικό φιλμικό του σύμπαν, ακόμα και με τη μορφή της ανάλαφρης ηθογραφίας.

Το υπαρξιακό αδιέξοδο, η υπόκωφη κατάθλιψη, τα κληροδοτημένα «γονεϊκά» αμαρτήματα, οι ψηφιακές εικόνες βίας, το φαίνεσθαι των περήφανων αστών, ο στραγγαλισμός της ελεύθερης σκέψης, το παράνομο sexting, ο ευτελισμός των ιδανικών και οι οικογενειακές σχέσεις που έχουν χτιστεί στο ψέμα, όλα βρίσκονται στο μικροσκόπιο του δημιουργού, ο οποίος για πρώτη φορά μοιάζει να θέλει να δώσει μια μικρή ελπίδα στους ήρωές του. Τα αμίλητα κάδρα του φιλμ λένε όσα άλλοι σκηνοθέτες χρειάζονται σκηνές μακράς διάρκειας με voice over. Aυτό που στα χέρια έτερου σκηνοθέτη θα ήταν ένας κατακλυσμός από εύκολους εκβιασμούς, εδώ είναι παραταγμένο με αρχοντιά και σοφία. Από την εποχή του “Benny’s Video” ο Χάνεκε έδειξε ότι ήξερε πως να αντικρίσει κάθε φορά την τεχνολογία. Όσον αφορά όμως το Happy End, πρέπει να πούμε συγχαρητήρια στον άνθρωπο που του έδειξε το Snapchat. Του χρωστάμε χάρη.

60ttt_2.jpg

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #145

Stereophonics

Scream Above The Sounds

Χωρίς τίποτα απολύτως το εναλλακτικό, οι Ουαλοί παίζουν την ηρωική και «

Φαίνεται ίσως δύσκολο να το πιστέψουμε, αλλά στα ξεκινήματά τους οι Stereophonics ήταν μοντέρνο συγκρότημα, με cuttin’ edge και πυγμή.

Βέβαια, εξίσου δύσκολο είναι να ξαναπιστέψουν όσοι ακροατές έχουν εγκαταλείψει πια το τρένο τους, ότι εν έτει 2017 το συγκρότημα δεν ηχεί καθόλου παρωχημένο και βαρετό. Το νέο άλμπουμ Scream Above Τhe Soundsδεν διαθέτει απολύτως τίποτα εναλλακτικό –και, όχι, αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Επίσης, δεν διακυβεύονται πολλά σε επίπεδο «δράματος» και ο δίσκος είναι ακριβώς ό,τι θα χαιρόταν μια cool, σύγχρονη μαμά να ακούει στα ακουστικά του ο ανήλικος γιος της. Όχι, ούτε αυτό είναι απαραίτητα κακό.

Θεωρώ ότι ο σημαντικότερος λόγος που οι Stereophonics δεν έχουν πνιγεί στο βόλεμα και στην προβλεψιμότητα, παραμένοντας μια μπάντα συγκινητική, είναι η φωνή του Kelly Jones. Είναι εντυπωσιακό το πόσο ωραία και άνετα τραγουδάει ο Jones. Οι ερμηνείες του διαθέτουν την ευγένεια ενός ανθρώπου που έχει ακόμα τη διάθεση να «τα χώσει»: η φωνή του έχει αρρενωπότητα, μα και μια ικεσία ταυτόχρονα. Ο άλλος σημαντικός λόγος είναι ότι το γκρουπ εκμεταλλεύεται την εμπειρία του, μένοντας ταγμένο στη δουλειά και στην ενορχήστρωση και όχι στο κυνήγι της εύκολης, κολλητικής μελωδίας.

Το “All In One Night” προκαλεί εκείνη τη μοναχική μελαγχολία μετά το hangover που προκαλούσε και η παλιότερη αγαπημένη επιτυχία τους, το “Maybe Tomorrow”. Η γκρουβάτη αναπόληση του “What’s All The Fuss All About”, με τα παρατεταμένα πνευστά, καθώς και το τρυφερό “Geronimo” –το οποίο θα υπέγραφαν δίχως δεύτερη σκέψη οι Waterboys– είναι τραγούδια που μας θυμίζουν ότι το rock ‘n’ roll μπορεί να είναι απλή υπόθεση, όπως ένα (ημι)έξαλλο ξεφάντωμα με παιδικούς φίλους, χωρίς δράματα και δεύτερες σκέψεις.

Πίσω όμως από τα «κολεγιακά κουσούρια» του παρεΐστικου rock, τα κομμάτια του Scream Above Τhe Sounds είναι τεχνικώς οργανωμένα: πουθενά δεν υπάρχει στις ηχογραφήσεις μία έστω και φευγαλέα ένδειξη ότι το συγκρότημα δεν «σοβαρολογεί». Αυτό είναι ένα από τα στοιχεία που συνδέει με κάποιο τρόπο τους Stereophonics με την «άλλη σοβαρή μπάντα απ’ την Ουαλία» τους Manic Street Preachers. Άλλωστε και τα δυο συγκροτήματα είχαν από έναν αδικοχαμένο ντράμερ.

Οι Stereophonics παίζουν την ηρωική και «αγορίστικη» μουσική τους με το σθένος 20άρηδων και μας πείθουν να ξεχάσουμε την ηλικία τους. To ανάλαφρο “Caught By The Wind” και το εμψυχωτικό “Cryin’ In Your Beer” εξυπηρετούν ένα συνολικό, συνεκτικό όραμα, ωραία εκτελεσμένο, που τουλάχιστον φτιάχτηκε με σκληρή γυμναστική στον στίβο των συναυλιών και όχι με new age βότανα ευεξίας και μάσκες ομορφιάς.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Το Οριάν Εξπρές και ο Ηρακλής Πουαρό

Η παράξενη και σκοτεινή υπόθεση φόνου που εξελίσσεται στο ακινητοποιημένο εξαιτίας του χιονιά, Οριάν Εξπρές, έμεινε στην ιστορία ως μια από τις κορυφαίες ιστορίες που γέννησε η φαντασία της Άγκαθα Κρίστι. Το έγκλημα στο μυθικό τρένο με προορισμό το Καλέ, αποτέλεσε έναν από τους πιο δύσκολους γρίφους που έλυσε ο Ηρακλής Πουαρό. Ο Βέλγος ντετέκτιβ αναβιώνει φέτος στον κινηματογράφο από τον Κένεθ Μπράνα, ο οποίος τον υποδύεται και ταυτόχρονα σκηνοθετεί την λαβυρινθώδη ιστορία δολοφονίας ενός παράνομου επιχειρηματία, μέσα στο πολυτελές τρένο. Όσοι έχουν διαβάσει το βιβλίο ή έστω έχουν δει την παλιότερη εκδοχή του Σίντνει Λιούμετ, θα γνωρίζουν ότι μια τέτοια ιστορία προσφέρεται για all-star cast στη διανομή των ρόλων. Ο σκηνοθέτης επιστρατεύει την Πενέλοπε Κρουζ, τον Ουίλεμ Νταφόε, την Τζούντι Ντεντς, τον Τζόνι Ντεπ και την Μισέλ Φάιφερ για να δώσει λάμψη και φωτογένεια στο κομψό μυστήριο που αναπτύσσεται ανάμεσα σους ετερόκλητους χαρακτήρες.

62bAgatha_1.jpg

Ο Μπράνα δεν επιχειρεί μια ριζοσπαστική διασκευή του κλασικού μυθιστορήματος και προσεγγίζει παραδοσιακά το υλικό του, απευθυνόμενος (δυστυχώς) στη γενιά που γνώρισε τον Σέρλοκ Χολμς μέσα από τις ταινίες του Γκάι Ρίτσι. Από την προηγούμενη ταινία του άλλωστε, την «Σταχτοπούτα», μας έδειξε τις προθέσεις του να κατασκευάσει την τέλεια οικογενειακή ιστορία, από αυτές που βλέπονται για πολλά χρόνια το μεσημέρι των Χριστουγέννων μετά το φαγητό, δίπλα στο δέντρο με τα δώρα. Ως αποτέλεσμα, το σασπένς δεν χτίζεται πειστικά μέσα στη γενικότερη προσπάθεια για «κλασικά εικονογραφημένα». Η μεγαλομανία και η «Σαιξπηρόπληκτη» (αν μου επιτρέπεται η λέξη) αυταρέσκεια που χαρακτηρίζουν κάθε ερμηνεία της καριέρας του Κένεθ Μπράνα, ευτυχώς παραμερίζονται σχετικά εδώ, αν και η ψωνισμένη πλευρά του (αυτή που τον κάνει αρεστό σε φοιτήτριες δραματικών σχολών) βρίσκει το δρόμο της προς την επιφάνεια, ιδιαίτερα στην τελευταία σκηνή της λύσης του μυστηρίου.

Ευκαιρία λοιπόν να θυμηθούμε άλλους 5 ηθοποιούς που ερμήνευσαν τον αριστοκράτη Βέλγο ντετέκτιβ με το προσεγμένο μουστάκι, την παλιομοδίτικη ευγένεια, την εμμονή στη συμμετρία και την πίστη του στη φαιά ουσία του εγκεφάλου.

Austin Trevor

62bAgatha_3.jpg

Ο πρώτος ηθοποιός που ενσάρκωσε τον Πουαρό ήταν ο Όστιν Τρέβορ, ο οποίος έπαιξε σε τρεις Βρετανικές παραγωγές της δεκαετίας του 1930 – στο “Alibi” (1931), στο “Black Coffee” (1931) και το “Lord Edgware Dies” (1934), από τα ομώνυμα μυθιστορήματα της θείας Άγκαθα. Εξαιρετικά δυσεύρετες ταινίες αρχαιολογικού ενδιαφέροντος πλέον, αλλά γοητευτικές με τον τρόπο τους.

Tony Randall

62bAgatha_4.jpg

Η ιστορία του “The Alphabet Murders” (1965) αφορούσε μια σειρά δολοφονιών στο Λονδίνο όπου τα θύματα δολοφονούνταν με βάση τα αρχικά του ονόματός τους. Η ταινία προβλήθηκε και στην Ελλάδα με τον τίτλο “Μεσάνυχτα στο Πικαντίλι”. Ο η θοποιός Τόνι Ράνταλ πλησίασε με στυλ και με κωμική φλέβα όλα τα γοητευτικά στερεότυπα της εικόνας του Ηρακλή Πουαρό.

Albert Finney

62bAgatha_5.jpg

Την πρώτη και αξεπέραστη κινηματογραφική διασκευή του “Murder on the Orient Express” έκανε ο Σίντνει Λιούμετ το 1974. Ο Άλμπερτ Φίνεϊ είναι χάρμα οφθαλμών στο ρόλο του εκκεντρικού Βέλγου. Το  Έγκλημα στο Οριάν Εξπρές (ή “Φόνος στο Όριεντ Εξπρές”) ήταν τεράστια εμπορική επιτυχία που έφτασε μέχρι τα όσκαρ, με ένα φανταστικό cast: Ίνγκριντ Μπέργκμαν, Σων Κόνερι, Βανέσα Ρεντγκρέιβ, Λωρέν Μπακόλ, και Άντονι Πέρκινς. Αγέραστο φιλμ με υποδειγματικό μοντάζ και στυλ.

Peter Ustinov

62bAgatha_6.jpg

Αν ο Άλμπερτ Φίνεϊ δόξασε στη μεγάλη οθόνη τον Ηρακλή Πουαρό, ο Πίτερ Ουστίνοφ αγκάλιασε το ρόλο χάρη σε μια σειρά εξαιρετικών ταινιών, με πρώτη και καλύτερη το «Έγκλημα στο Νείλο» που γυρίστηκε το 1978. Το φιλμ ήταν βασισμένο στο “Death on the Nile”, ένα από τα πιο καλογραμμένα και εμπνευσμένα μυθιστορήματα της Άγκαθα Κρίστι. Ο Ουστίνοφ αγάπησε τον ρόλο του Πουαρό, έδωσε σωματικά χαρακτηριστικά στον ντετέκτιβ και τον υπηρέτησε σε άλλες δυο καλές ταινίες. Το «Έγκλημα στο Νείλο» ακολούθησε με σχετική επιτυχία η διασκευή του “Evil Under the Sun” το 1982, με τον ελληνικό τίτλο “Δύο Εγκλήματα Κάτω από τον Ήλιο”, και το “Appointment with Death” του 1988 που προβλήθηκε με το όνομα “Ραντεβού με το Θάνατο”. Στο μεταξύ ο Ουστίνοφ πρόλαβε και επανέλαβε τον ρόλο σε τρεις διόλου ευκαταφρόνητες τηλεταινίες του BBC: το “Thirteen at Dinner” (1985), το “Dead Man’s Folly” (1986) και το “Murder in Three Acts” (1986).

David Suchet

62bAgatha_7.jpg

Όσο καλοί και να ήταν οι προηγούμενοι ηθοποιοί, ένα είναι το βέβαιο: οι εκφράσεις, οι εμμονές, τα σωματικά τικ, οι συνήθειες, η προφορά, οι εκκεντρικότητες και όσα απαρτίζουν την λατρεμένη περσόνα του τετραπέρατου Ηρακλή Πουαρό, θα μείνουν για πάντα στην ιστορία μέσω της εικόνας του Ντέιβιντ Σάτσετ. Ο Βρετανός ηθοποιός ενσάρκωσε τον Πουαρό σε 70 επεισόδια της τηλεοπτικής σειράς “Agatha Christie’s Poirot”. Πρόκειται στην ουσία για ένα έργο ζωής, που κράτησε από το 1989 μέχρι το 2013 και που κάλυψε άπαντες τις ιστορίες της Άγκαθα Κρίστι με ήρωα τον Πουαρό. Εβδομήντα διαχρονικές και καλογυρισμένες τηλεταινίες υψηλής αισθητικής που μπορεί κανείς να βλέπει ξανά και ξανά, όσο χρόνια κι αν περάσουν.

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

Ατέλειωτα Χρυσάνθεμα στο μπαλκόνι

 

Posted in Interlude | Leave a comment

Album Of The Week #144

Robert Plant

Carry Fire

Τα καλά νέα που έρχονται με το Carry Fire δεν αφορούν απλώς την ποιότητα του περιεχομένου του, αλλά κυρίως το ότι ο Robert Plant συνεχίζει να κυκλοφορεί καλή μουσική λίγο πριν τα 70 του χρόνια, με την όρεξη ενός 20χρονου που μόλις ανακαλύπτει τη χαρά της μουσικής και τις απέραντες δυνατότητες της μελωδίας.

Η ιστορία έχει κατατάξει πλέον τους Led Zeppelin εκεί που τους αξίζει, απ’ τη στιγμή που τα μνημειώδη τους άλμπουμ αφέθηκαν ελεύθερα στην ιονόσφαιρα. Όσα βιβλία και άρθρα ήταν να γραφτούν γι’ αυτούς, γράφτηκαν. Η καταξίωση ήρθε με το παραπάνω. Ο Plant εξακολουθεί λοιπόν πεισματικά να αντιστέκεται στη στείρα παλαιοντολογία και να αρνείται αμύθητες αμοιβέςγια την επανασύνδεσή τους. Δεν νιώθει άνετα να αναμασά το φορτίο του παρελθόντος με πρακτικές νοσταλγίας και δεν θέλει να ακούγεται σαν ανθρώπινο juke-box για γιγαντοπεριοδείες της μεσόκοπης καραφλοχαίτης. Προτιμά να εμπνέεται από τα Ομιχλώδη Όρη του Τόλκιν, να διασχίζει μουσικά τις ανοιχτές πεδιάδες των Μεσοδυτικών Πολιτειών, να ατενίζει τις φυτείες του Μισισίπι, να εξερευνά τη folk παράδοση που κρύβουν τα Απαλάχια, να σαγηνεύεται από τα blues της ερήμου.

Αυτός είναι ο 11ος προσωπικός δίσκος του Χρυσού Θεού του ροκ της δεκαετίας του 1970, χωρίς να μετράω το άλμπουμ με την Alison Krauss και τα δύο συνεταιρικά με τον Page. Τον Plant συνοδεύει εδώ το συγκρότημα Sensational Space Shifters, το οποίο ήταν μαζί του και στο εξαιρετικό Lullaby Αnd… The Ceaseless Roar (2014). To Carry Fire προσφέρει μια αναζωογονητική βουτιά στα σπλάχνα της βρετανικής folk και των αμερικάνικων blues, για ένα κοινό που θέλει «ακούσει» και όχι να «θαυμάσει».

Ο Plant ερμηνεύει με την καρδιά του τραγούδια όπως το “New World” και το “Bones Οf Saints” και τα απολαμβάνει, δεν τα απογειώνει με κραυγές και πόζες απ’ την ανθολογία του φωτογενούς μύθου του. Ακούστε τον πόσο ανθρώπινα και αλάνθαστα διασκευάζει το “Bluebirds Over Τhe Mountain” παρέα με τη διακριτική συμμετοχή της Chrissie Hynde στα φωνητικά, ένα τραγούδι που γράφτηκε το 1958 απ’ τον Ersel Hickey. Η ποικιλόμορφη και ζεστή εξερεύνησή του τον στρέφει σε κρυφές πτυχές της μουσικής που τον ανέθρεψε –όσο μακριά από το American Songbook γίνεται.

Τραγούδια όπως το “Bone Of Saints” ανασύρουν μάλιστα κεφάλαια της ιστορίας του rock ’n’ roll που πολύ θα ήθελαν να ήξεραν οι νεότερες γενιές, αλλά βαριούνται να τα ερευνήσουν. Ακούστε επίσης την jazzy χαλαρότητα του “A Way With Words”, την ακαταμάχητη εσωτερικότητα του “Season’s Song” ή την ηλεκτρονική αισθητική του “Keep It Hid”… Μπορεί τα τραγούδια του νέου αυτού άλμπουμ στο σύνολό τους να είναι λιγότερο ευδιάκριτα και τολμηρά από εκείνα του Mighty Rearranger (2005), του καλύτερου κατά τη γνώμη μου post-Zeppelin δίσκου του Plant. Αλλά όσο υπάρχει υλικό καμωμένο με αγάπη, τα γαλόνια στο συρτάρι είναι παγίδα επανάπαυσης· και όσο υπάρχει αληθινό αίσθημα περιπέτειας, όλα τα Hall Of Fame του κόσμου μοιάζουν με μαυσωλεία, τα οποία βιάζονται να βάλουν ταφόπλακα στη δημιουργικότητα. Ελπίζω πραγματικά ο Plant να είναι πάντα καλά και να συνεχίσει όσο πιο μακριά γίνεται το ταξίδι του.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment