Kraftwerk Live 3D

 

45Krftw_3.jpg

Όταν βλέπεις τα 4 μέλη των Kraftwerk στη σκηνή να ασχολούνται πειθαρχημένα με τις 4 «μηχανές» που έχουν μπροστά τους, είναι σαν να βλέπεις τα μέλη ενός πληρώματος σε ένα διαστημόπλοιο, να είναι αφοσιωμένα στο σταθερό τους πόστο, ώστε να διεξαχθεί ομαλά το ταξίδι. Το καλλίγραμμο και εστέτ ηλεκτρονικό μόρφωμα των Γερμανών δεν έχει χάσει καθόλου τη γοητεία του, από την εποχή που με πρωτόλεια μέσα αψήφησε κάθε μουσική επικαιρότητα και επέβαλε μια τεχνολογική ταυτότητα στην pop, ενώ ταυτόχρονα κοιτούσε επίμονα στο αύριο.

Οποιοσδήποτε παρακολούθησε με προσοχή τη δίωρη, sold-out εμφάνιση των Kraftwerk στο κλειστό του Tae Kwon Do (και είναι στα σύγκαλά του), θα μπόρεσε να αντιληφθεί ξανά πόσο ανυπέρβλητο στέκει το ηλεκτρονικό οικοσύστημα που παρήγαγε το συγκρότημα στη δεκαετία του 1970. Ειδικά εκείνα τα μοτίβα ρομποτικής techno-νομίας, τα οποία όλοι πιπιλούσαν ενώ κανείς δεν μπορούσε ακριβώς να ορίσει. Ο εναγκαλισμός της ευρωπαϊκής ευαισθησίας με την τεχνολογία και τον φουτουρισμό παρήγαγε κάμποσα ορόσημα, όπως το “Model” και το “Computer Love”· οι δονήσεις τέτοιων τραγουδιών αντήχησαν με τρόπο επιβλητικό στη συναυλία.

Το άκαμπτο και ακλόνητο tempo των “Numbers”, “Computer World” ή “The Man-Machine” και οι κυκλικές υφές των synths σε κομμάτια όπως το “Spacelab”, το “Neon Lights” και το “Autobahn”, δημιούργησαν έναν διαβολικό και οργανωμένο πάταγο στο κατάμεστο στάδιο. Οι Kraftwerk παρουσιάστηκαν αιχμηροί, σοβαροί, επιβλητικοί, σε έναν συνδυασμό διανόησης και σωματικότητας που απευθυνόταν σε οποιονδήποτε είχε πιάσει το νόημα.

45Krftw_4.jpg45Krftw_5.jpg

 

 

 

 

 

Μέσα από ειδικά γυαλιά, ο κόσμος χάζευε σε τρισδιάστατο φόντο τα αριθμητικά σύμβολα, ιπτάμενους δίσκους να επισκέπτονται την Ακρόπολη, το vintage υλικό, τα τετραγωνισμένα σχήματα και τα ποικίλα χρωματικά παιχνίδια. Εικόνες που υπαγόρευαν την αισθητική και κούμπωναν στις στιλπνές συνθετικές επιφάνειες του “It’s More Fun Τo Compute”, του “Αirwaves” και του “Electric Café”. Σκέφτομαι πόσοι τόνοι gigabyte (δεν λέω δίσκους ή βινύλια) ηλεκτρονικής μουσικής που παρήχθησαν έκτοτε από χιλιάδες παραγωγούς και ορδές από DJs έχουν αντλήσει υλικό απ’ αυτήν τη μήτρα και πόσο έχουν θρέψει τη χορευτική κουλτούρα τα μουσικά σχήματα του Ralf Hütter. Τα δε φωνητικά του, ακόμα και μέσα από την πιο έντονη παραμόρφωση, καταφέρνουν και ακούγονται πάντα ανθρώπινα: κουβαλούν ακόμη ένα πέπλο μελαγχολίας.

Οι Kraftwerk έπαιξαν με την άνεση που έχουν οι βετεράνοι όταν κάνουν τον γύρο του θριάμβου. Χάρη στον όγκο της παραγωγής και στα εφέ, μας έβαλαν πολύ βαθιά στον ρυθμό τους, παρόλο τον αναμενόμενο μαθουσαλισμό που εμπεριέχει μία ακόμη περιοδεία των Γερμανών. Μπορεί το μέλλον το οποίο οραματίζονταν και καλωσόριζαν τα αξιοθαύμαστα ρομπότ στο art pop δοκίμιo “The Robots” να έχει παρέλθει, όμως η πολιτιστική κληρονομιά τους εκτείνεται πολύ πιο μακριά απ’ οτιδήποτε θεωρούμε ακόμα και σήμερα ως «νέο».

Το “Radioactivity” και το “Trans Europe Express”, που ακούστηκαν σε όλη τους τη μεγαλοπρέπεια, μας θύμισαν πως είναι κάτι περισσότερο από απλά τραγούδια: αποτελούν ουσιαστικά ένα διαρκές ατμοσφαιρικό fade-in στις αγωνίες ενός ανδροειδούς απέναντι στα ανθρώπινα ερεθίσματα.

45Krftw_8.jpg

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #158

Ryhe

Blood

Η επιδερμίδα του νέου δίσκου των Rhye είναι απαλή και μεταδίδει ένα αίσθημα αβίαστα ζεστής αγκαλιάς. Το Blood σε καλεί να χαλαρώσεις και να βουτήξεις στον καλοκαιρινό new age αισθησιασμό· και το κάνει με τραγούδια κομψής electrosoul.

Παρά όμως το στιλάτο και πολιτισμένο πλαίσιο, οι ηδονές του σώματος και οι ερωτικοί χυμοί αντιμετωπίζονται σαν installation διανόησης. Ο ερωτισμός δεν αντλεί δηλαδή από τη νιρβάνα της «soul κρεβατοκάμαρας» που δόξασαν οι Isley Brothers ή ο Teddy Pendergrass παλιότερα –ούτε καν στη «γαλανομάτικη» εκδοχή της. Ακόμα και το καλλίγραμμο γυμνό κορμί του εξωφύλλου, οι Rhye δεν το επικοινωνούν με πόθο. Αντιθέτως, θαυμάζουν τον τρόπο με τον οποίον το κάδρο κεντράρει στα οπίσθια, καθώς και το ασπρόμαυρο φίλτρο του φωτογράφου. Σαν άσκηση ύφους με hashtag: #nude.

Ο Καναδός Mike Milosh και ο Δανός Robin Hannibal πιάνουν βέβαια τον παλμό ενός κοινού που δεν έχει λόγο να αρνηθεί τη φιλική pop την οποία του σερβίρουν. Πραγματικά, δεν έχεις κανέναν λόγο να μη σου αρέσει το Blood. Αλλά δεν έχεις και κανέναν λόγο να ταυτιστείς μαζί του, αφήνοντάς το να σε παρασύρει συναισθηματικά. Επιλέγουν μάλιστα τίτλους όπου η τρυφερή προστακτική ενισχύει το ελεγχόμενο προφίλ τους: «Μέτρα ως το Πέντε», «Νιώσε το Βάρος Σου», «Μείνε Ασφαλής». Τραγούδια που παριστάνουν έναν πρόθυμο ώμο για να γείρουν όσοι νιώθουν μόνοι σαν σπουργιτάκια,  αρέσκονται όμως τελικά στο να αποτυπώνουν τη μοναξιά σε αισθαντικές φωτογραφίεςγεμάτες αυτοπεποίθηση.

Το ντουέτο οφείλει την όποια αξία του στη στενή σχέση που έχει με τις στρογγυλές αρμονίες. Βοηθάει ιδιαίτερα ασφαλώς και το μέταλλο των φωνητικών, που θυμίζει ανδρόγυνο σε ημι-ληθαργική διάθεση. Πρόκειται για τραγούδια μυοχαλαρωτικά, λες και το στούντιο στήθηκε μέσα σε κάποιο μεγάλο spa και οι παραγωγοί δούλευαν φορώντας μπουρνούζι.

Το Blood κυλάει στρωτά και ξάστερα, σε ένα φανταστικό μέρος μετα-Sade νηνεμίας, όπου κάνει 12 μήνες καλοκαίρι. Πού και πού πετιέται και κανα σπαθάτο groove για να μας ταράξει από την ηλεκτρική κουβέρτα της μαλθακής pop, αλλά γενικά η παλέτα χρωμάτων δεν ξεφεύγει ποτέ απ’ τη sunshine pop, αυτή που τραγουδιέται με σμιχτά φρύδια. Όλα τα κομμάτια έχουν το ίδιο, απαράλλαχτο ύφος, σε βαθμό ώστε το track sequence χάνει κάθε σημασία. Ακόμα και σε ανάποδη σειρά να παίξουν δηλαδή τα νέα τραγούδια των Rhye, δεν θα καταλάβεις καμία διαφορά τη δεύτερη φορά που θα ακούσεις τον δίσκο.

Διαθέτουν πανάλαφρο χάδι οι Rhye. Απολαμβάνουν τις γεύσεις των φρούτων και τις οσμές του καλοκαιρινού αέρα, αλλά δυστυχώς στερούνται της περιπέτειας των The xx, πόσο μάλλον του ενορχηστρωτικού οραματισμού των Beloved. Συνεπώς, ας αφουγκραστούμε τα τιτιβίσματα των πουλιών, γιατί κανένα σωματικό υγρό δεν πρόκειται να παραχθεί.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #157

Kendrick Lamar

Black Panther The Album: Music From And Inspired By

Η βαρυκόκκαλη μηχανή δισεκατομμυρίων της Disney και η αχόρταγη βιομηχανία-μέσα-στη-βιομηχανία της Marvel, επένδυσαν στο όραμα του κοφτερού μυαλού του Kendrick Lamar και του ανέθεσαν να ντύσει μουσικά την ταινία του πρώτου Αφροαμερικάνου υπερήρωα του σινεμά.

Στο Black Panther – The Album ο Lamar νιώθει άνετα να υπογράψει όχι μόνο το συνοδευτικό soundtrack μιας ταινίας, αλλά και της γενιάς του Black Lives Matter ολόκληρης. Μας συστήνεται λοιπόν σαν το alter ego του ήρωα και ραπάρει σαν παρανοϊκός ιεροκήρυκας της μαμάς Αφρικής («Κing of my city, king of my country, king of my homeland»). Ό,τι έκανε δηλαδή ο Curtis Mayfield για το soundtrack του Super Fly (1972), ο Marvin Gaye για αυτό του Trouble Man(1972) και ο Isaak Hayes για τον Shaft (1971), το επιχειρεί με αξιοθαύμαστη πειθώ και δεξιοτεχνία ο 30άρης ράπερ από το Compton, ο οποίος κρατάει τα ζουμερά συστατικά της κοινωνικής αφύπνισης και τη don’t-give-a-fuck συμπεριφορά των καλύτερων blaxploitation, όσων έλαμψαν στο βρώμικο περιθώριο της δεκαετίας του 1970. Συστατικά που πλέον δικαιούνται να ξεσπαθώσουν και στο mainstream.

Μετά από 4 στούντιο άλμπουμ και εντατική δουλειά, κάθε φορά που ο Lamar παρουσιάζει νέο υλικό, δείχνει ότι υπερίπταται κάμποσες χιλιάδες πόδια πάνω από τη macho παπαρολογία του σύγχρονου hip hop. Και όλα αυτά χωρίς να χάνει ποτέ το λαϊκό έρεισμά του. Εδώ, μαζί με τον αρχηγό της εταιρείας Top Dawg Entertainment, τον Anthony Tiffith, ανακατεύει την τράπουλα των προσδοκιών και έχει κάτι για όλους.

Κάνει τους απαραίτητους συμβιβασμούς στο “All Τhe Stars” με τη φιλική προς τα ραδιόφωνα φωνή της SZA και, πριν προλάβεις να επαναπαυτείς, επελαύνει στο “X” με τον Schoolboy Q και τον 2 Chainz. Τα τραγούδια που θα ακολουθήσουν αποτελούν ένα δειγματολόγιο του state of the art του μουσικού: το μπαλαντοειδές “The Ways” πατάει στη γρατζουνισμένη φωνή του Khalid· το “Opps” αναδεικνύει την ευρηματική ταχυλογία της Yugen Blakrok, η οποία φέρνει στο μυαλό την ηλεκτροφόρα Missy Elliott με τον τρόπο που «κεντάει» δίπλα στο electro soul ύφος του Vince Staples. H δε φωνή της Jorja Smith στο “I Am” στέκεται σαν φάρος απέναντι στις χαϊδεμένες Nicki Minaj αυτού του κόσμου. Ένα πραγματικό μπαράζ εκπλήξεων.

Το “Paramedic!” και το “King’s Dead” είναι γεμάτα με παχύρρευστα grooves, μαζί με ένα περιρρέον συναίσθημα κοινοτικής αλληλεγγύης, με ξεκάθαρους συνειρμούς ως προς τους πάλαι ποτέ niggaz with attitude. Η πραγματική αποθέωση, όμως, έρχεται στη συνεργασία με τον The Weeknd για το “Pray For Me”: ένα κλιμακωτά καυλωμένο κομμάτι, όπου τα tribal φωνητικά και τα οργιαστικά κρουστά σε ρίχνουν στη δίνη με στίχους όπως «I fight the world, I fight you, I fight myself».

Το Black Panther – The Album είναι πολυπρόσωπο, σφύζει από περήφανες ιδέες και βρίσκει τον διορατικό Lamar να ακτινοβολεί με την αύρα του αρχηγού που ορίζει τις κινήσεις της φυλής του. Χλευάζει μάλιστα τα εύκολα «χολιγουντοδόλαρα» που έπεσαν στα πόδια του, μετά από συνεννοήσεις δισκογραφικών στελεχών και επενδυτών της Disney. Η ανάθεση του soundtrack ήταν ευφυής κίνηση, δεδομένου του άξιου περιεχομένου, καθώς από την ενορχήστρωση μέχρι τη σειρά των τραγουδιών, το σύνολο αποδεικνύεται σχεδόν αλάνθαστο.

Το hip hop όπως το ξέραμε, δεν κατοικεί εδώ. Έχει αντικατασταθεί με μία πωρωμένη nu-soul, η οποία νιώθει αγκαζέ με την παράδοση του four-on-the-floor. Ζήτω ο νέος βασιλιάς.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Αναχώρηση για Παρίσι 15:17

Έχετε παρατηρήσει ότι έχει γίνει πλέον κανόνας, οι ταινίες που βασίζονται σε αληθινά γεγονότα να δείχνουν στους τίτλους τέλους τα πρόσωπα των πραγματικών ηρώων; Στην ταινία «The 15:17 to Paris» δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Οι τρεις Αμερικάνοι ήρωες που βρέθηκαν στο τρένο Thalys #9364 με προορισμό το Παρίσι είναι παρόντες σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, καθώς ο Κλιντ Ίστγουντ είχε την φαεινή (όσο και ανόητη) ιδέα να μη χρησιμοποιήσει επαγγελματίες ηθοποιούς, αλλά να βάλει τους ίδιους να παίξουν τον εαυτό τους.

Ο Ίστγουντ συνεχίζει το σερί ταινιών που εξυμνούν τον μέσο Αμερικάνο που ξεπερνάει τον εαυτό του για το γενικότερο καλό, μετά το ακραία μιλιταριστικό «American Sniper» και το μελοδραματικό «Sully» (πάλι καλά που δεν είχε τότε την ιδέα να βάλει τον αληθινό πιλότο να παίξει στο “Sully” και προτίμησε τον Τομ Χανκς).

Στο «The 15:17 to Paris» βλέπουμε τον Άντονι Σάντλερ, τον Άλεκ Σκαρλάτος και τον Σπένσερ Στόουν, τρία παιδιά που κινήθηκαν ηρωικά και απέτρεψαν μια τρομοκρατική επίθεση, αφοπλίζοντας έγκαιρα έναν φανατικό Ισλαμιστή που είχε σκοπό να αιματοκυλίσει ένα τρένο. Αναμφίβολα πρόκειται για πράξη ανδρείας και αυταπάρνησης, που δίκαια έκανε τον τότε πρόεδρο Φρανσουά Ολάντ να τους παρασημοφορήσει με το μετάλλιο της Λεγεώνας της Τιμής. Θα καταλάβετε θέλετε δεν θέλετε το πόσο δίκαιο ήταν, καθώς στο τέλος της ταινίας βλέπουμε ολόκληρη την ομιλία του Ολάντ από τηλεοπτική κάλυψη, λες και έπρεπε να δούμε το δελτίο ειδήσεων εκείνης της ημέρας για να βεβαιωθούμε για το πόσο σπουδαίο ήταν όλο αυτό.

Πρόκειται για την πιο απροβλημάτιστη και φτηνή σε συναίσθημα ταινία της μακράς φιλμογραφίας του Ίστγουντ και ο συναγωνισμός για κάτι τέτοιο είναι μεγάλος. Ο Κλιντ νομίζει ότι πρωτοπορεί και ότι κάνει ένα δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ που ενσωματώνει τη φόρμα της παραδοσιακής μυθοπλασίας. Στην πραγματικότητα, αυτό που κάνει είναι ένα κακοστημένο docudrama για τους λάτρεις του Τραμπ. Προσοχή, όχι για τους Ρεπουμπλικάνους γενικά, αλλά για τους θαυμαστές του Τραμπ. Ενα αντίστροφο «celebrity rehab» που αντί για αποτοξινωμένους «has beens» βλέπουμε τα role models της διπλανής πόρτας να αναβιώνουν τη στιγμή της δόξας τους, με λεξιλόγιο λίγο πιο φτωχό από τις Καρντάσιαν και με μια ενοχλητική μοιρολατρία να διαπερνάει το φιλμ. Από την πρώτη στιγμή ο Ίστγουντ υπερθεματίζει στην ιδέα πως αυτά τα τρία παιδιά ήταν προορισμένα εκ γενετής από μια ανώτερη δύναμη να κάνουν αυτή την πράξη.

46tmvw_2.jpg

Στο πρώτο μέρος της ταινίας βλέπουμε μια αναδρομή στα παιδικά χρόνια των ηρώων, όταν η πίστη τους στον Θεό ήταν σπουδαιότερη από την δημόσια εκπαίδευση ή από την εκπαίδευση γενικότερα. Οι γονείς τους στράφηκαν στο Χριστιανικό σχολείο και τα παιδιά αγαπούσαν από πολύ νωρίς τα όπλα και τις σφαίρες. Μεγάλωσαν σωστά, μας υπογραμμίζει ο Κλιντ, όπως πρέπει να μεγαλώνει ένα παιδί δηλαδή: να κοιμάται με το αληθινό τουφέκι πάνω απ’ το παιδικό του κρεβάτι και να προσεύχεται με φόντο τη σημαία. O Σπένσερ Στόουν είναι αυτός που παίρνει πάνω του το μεγαλύτερο βάρος της (ανύπαρκτης) ιστορίας από τους τρεις. Τον βλέπουμε να βρίσκει την υγειά του στην αγνή πειθαρχεία του Αμερικάνικου στρατού. Όπως αφήνει να εννοηθεί ο σκηνοθέτης, αν αυτά τα παιδιά οπλοφορούσαν, όλοι όσοι βρίσκονταν γύρω τους θα ένιωθαν ασφαλείς. Μια πολιτικά ξεκάθαρη και «περήφανη» στήριξη της ιδέας της οπλοκατοχής.

Στο δεύτερο μέρος του έργου, βλέπουμε χωρίς λόγο τους τρεις παιδαράδες να μην λένε τίποτα, να μην κάνουν τίποτα και να περιφέρονται άσκοπα στα τουριστικά αξιοθέατα της Ρώμης και του Άμστερνταμ. Ο Κλιντ βλέπει μια παρέα από «γαμώ τα παιδιά», εγώ βλέπω τρεις κάγκουρες με σελφοκόνταρο. Τρεις νεαρούς που σε δυο ώρες κινηματογραφικού χρόνου δεν μπορούν να πουν δυο προτάσεις της προκοπής στη σειρά.

Ο σκηνοθέτης δεν τους επιτρέπει καν να βρίσουν στο ελάχιστο. Φυσικά, άλλωστε οι αιώνιοι φαντάροι στην ηλικία των 20’s όταν διακοπάρουν στην Ευρώπη μόνοι τους δεν πετάνε ούτε «fuck». Αυτό μάλλον θα έριχνε την μετοχή της εθνικής υπερηφάνειας στον κόσμο που θα πήγαινε στο σινεμά να τους θαυμάσει.
Κάπου μέσα στις αδικαιολόγητα μεγάλης διάρκειας σκηνές των διακοπών, ο Ίστγουντ ρίχνει και σχόλια ειρωνικού εθνικισμού, βάζοντας έναν αγενή τουριστικό ξεναγό να χλευάζει τους Αμερικάνους που θεωρούν ότι ο στρατός τους εξανάγκασε σε ήττα τον Χίτλερ.

Η ταινία, ίσως να λειτουργούσε σαν χορηγούμενο διαφημιστικό για τον στρατιωτικό τρόπο ζωής, και θα μπορούσε να προβάλλεται για πάντα στα ΚΨΜ των στρατοπέδων, σε νεοσύλλεκτους ΕΠΟΠ και σε απόστρατους που καθαρίζουν τα όπλα στη βιτρίνα του σπιτιού τους. Πιθανότατα μπορεί και να τονίσει την αυτοπεποίθηση του κάθε white trash του Αμερικάνικου Νότου, που έχει ανάγκη να νιώσει ότι γεννήθηκε για έναν μεγαλύτερο σκοπό. Ίσως κάποτε να είναι αυτός που θα έχει την τιμή σκοτώσει κάποιον ύποπτο, μελαμψό τύπο. Ο καλός Θεός ας προσέχει τους παλικαράδες εκεί έξω και ας τους φωτίσει όταν θα σηκώσουν το όπλο τους για να σημαδέψουν. Να’σαι καλά κύριε Ίστγουντ, μας υποχρέωσες.

46tmvw_1.jpg
Από το Movieworld
Posted in Cinema | Leave a comment

Black Panther

Το καλό timing είναι το παν όσον αφορά το λανσάρισμα ενός προϊόντος στην αγορά. Όσοι μελετούν τη βιομηχανία του θεάματος, καταλαβαίνουν ότι η εποχή μας είχε ανάγκη έναν μαύρο υπερήρωα. Έτσι λοιπόν, το “Black Panther” διαθέτει το πλεονέκτημα του «επίκαιρου» marketing plan. Φυσικά, ανάλογο “correct” πλεονέκτημα είχε και η Wonder Woman, απλά εκείνη η ταινία της Πάτι Τζένκινς ήταν εμπνευσμένη σε κάθε επίπεδο και αποτελεί τιμή και καμάρι στο genre των χάρτινων ηρώων. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι η εποχή του ακτιβισμού μέσω hashtags (απ’ το #OscarsSoWhite μέχρι το #MeToo), η εποχή των επιθέσεων σε ταινίες με επιχείρημα το whitewashing (“Ghost in the Shell”, “Annihilation” κ.α.) και η εποχή των συζητήσεων για το αν θα πρέπει να υποδυθεί μια γυναίκα τον James Bond (ήμαρτον), χρειάζονταν διακαώς έναν Αφροαμερικανό ήρωα για να θρέψει τις ενοχές της. Όχι επειδή είναι φυσικό κι επόμενο οι ταινίες με μαύρους action heroes να ξεπεράσουν την ρετσινιά του blaxploitation και να παίξουν επί ίσοις όροις στο mainstream, αλλά γιατί είναι «το σωστό» σε αυτή τη φάση, σύμφωνα με τις έρευνες σε δείγματα κοινού που συμβουλεύονται οι executives του Χόλιγουντ.

Πέρα από τις συνθήκες που έστρωσαν το έδαφος για το Black Panther, η ταινία καθαυτή χρησιμοποιεί με ευρηματικό τρόπο το Αφρικανικό περιβάλλον της γενέτειρας του ήρωα, αλλά οι αρετές της σταματούν εκεί. Η ιστορία φέρνει τον ήρωα Τ’Τσάλα στο θρόνο της Γουακάντα, ενός υπερβολικά ανεπτυγμένου κρατιδίου σε επίπεδο τεχνολογίας, πιστό όμως στην αρχαία παράδοση και τις μυστικιστικές δοξασίες της φυλής. Ο νέος βασιλιάς αποφασίζει να εκδικηθεί για το χαμό του πατέρα του, όταν του χαλάει τα σχέδια ο Έρικ Κιλμόνγκερ, ο κακός της ιστορίας που αμφισβητεί την μετριοπαθή εξουσία του και διεκδικεί το θρόνο για να βάλει σε εφαρμογή τα πολεμοχαρή σχέδιά του για να αιματοκυλίσει τον κόσμο. Ο Τσάντγουικ Μπόουζμαν μπαίνει στη στολή του Μαύρου Πάνθηρα και ο Μάικλ Μπ. Τζόρνταν είναι ο σκοτεινός του αντίλαλος μέσα στην άτρωτη στολή του Κιλμόνγκερ.

Από κεκτημένο φιλελεύθερο ενθουσιασμό, πολλοί Αμερικάνοι μίλησαν για την καλύτερη ταινία που έβγαλε ποτέ η Marvel. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ξαναζεσταμένη συνταγή που δεν αποκλίνει ούτε μια στιγμή απ’ τα χιλιοειπωμένα. Προβλέψιμη έκβαση δράσης, μέτρια χορογραφημένες μάχες, αίσθημα καθήκοντος, ατομικές φιλοδοξίες εναντίον συλλογικής αφοσίωσης, πράξεις ανδρείας και πεντακάθαρα μηνύματα, σε ένα ηθικά προσεγμένο κοκτέιλ για όλες τις ηλικίες (και φυλές) του κόσμου. Η σκηνοθεσία του Ράιαν Κούγκλερ αδιαφορεί για τους ηθοποιούς – ο Μάρτιν Φρίμαν περιφέρεται χωρίς να ξέρει τι ρόλο έχει και τι να κάνει τα χέρια του. Όσο για το βολικό άλλοθι περί πολιτικών μηνυμάτων, στα οποία πολλοί θα βρουν εκπαιδευτικές αλληγορίες περί Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και Μάλκομ Χ, θα πρότεινα στους γονείς να δείξουν στα παιδιά τους το «Do The Right Thing» (1989). Στην τρυφερή εφηβική ηλικία το είδαμε κι εμείς και πολλά περισσότερα καταλάβαμε και νιώσαμε. Άσε που δεν στερηθήκαμε καθόλου σε ψυχαγωγία, παρόλο που εκείνο το φιλμ του Σπάικ Λι δεν είχε CGI.

Posted in Cinema | Leave a comment

Album Of The Week #156

Django Django

Marble Skies

Mε το ομώνυμο ντεμπούτο τους (2012), οι Django Django μας συστήθηκαν ως μία μπάντα που σου ανοίγει την καρδιά. Για να τους ευχαριστηθείς, δεν χρειαζόταν να νιώθεις μέρος κάποιας hip κοινωνίας, ούτε να βρισκόσουν στο target group μιας μαζικής, ραδιοφωνικής κουλτούρας. Με τον νέο του δίσκο, το βρετανικό συγκρότημα συνεχίζει να φτιάχνει ευπρόσδεκτα τραγούδια, τα οποία θέλουν να διαβούν τις διάπλατα ανοιχτές πόρτες των ακροατών χωρίς να τα κακοκαρδίσει κανείς. Το καταφέρνουν σε κάποια σημεία, με κόστος όμως κάμποσα περισσευούμενα κομμάτια πλήξης, που ξεδιπλώνονται αναιμικά στα αυτιά μας. Το Marble Skies δεν έχει να δώσει καμιά ελπιδοφόρα απάντηση στη γκρίνα γύρω απ’ το πόσο ομοιογενή ακούγονται τα καινούρια σχήματα της pop, εξαιτίας των ευκολιών της τεχνολογίας. Πρόκειται για ένα κράμα ελαφρότητας και ειρωνείας, το οποίο πατάει επάνω σε μελωδίες που δεν πρόλαβαν ποτέ να γίνουν ολοκληρωμένα τραγούδια.

Σαφώς και είναι αγνοί και καλόγουστοι οι Django Django και διαθέτουν ευφυές attitude. Αγαπάνε την ψυχεδελική pop των 1960s, αλλά με νεοκυματικά synths είναι μεγαλωμένοι. Δυστυχώς, όμως, σε πολλά σημεία, το ψυχαγωγικό τους όραμα ακούγεται νωθρό, σαν αποκύημα της αμαρτωλής μουσικής βιομηχανίας των αρχών της δεκαετίας του 1980. Αυτή η προβλεψιμότητα τους αδικεί, ειδικά σε τραγούδια όπως το “Surface Τo Air”, όπου συμμετέχει η Rebecca Taylor στα φωνητικά. Πρόκειται για ένα κομμάτι που θαρρείς ότι το έγραψαν με αποκλειστικό σκοπό να βρεθούν με το ζόρι στο εξώφυλλο του Rolling Stone.

Στις μεσόρυθμες στιγμές τους είναι που ακούγονται πιο ελκυστικοί. Το “Champagne” έχει ενδιαφέρον electro-funk κορμό, ενώ το “Fountains”, που κλείνει τον δίσκο, είναι περιπετειώδες. Στις καλές στιγμές ανήκει και το “Tic Tac Toe”, όπου οι Django Django ακούγονται σαν συγκρότημα της σχολής των New Romantics που αναγκάστηκε να γράψει το θέμα μιας τηλεοπτικής σειράς γουέστερν. Η αλήθεια είναι πως τα στολίζουν πολύ τα τραγούδια στο Marble Skies, καθώς έχουν προσέξει λεπτομερώς πολλές γωνίες και καμπύλες σε επίπεδο παραγωγής. Δεν ξεπετάνε τίποτα, πράγμα βεβαίως ευπρόσδεκτο στην εποχή που η DIY αντίληψη περί «φτωχού πλην τίμιου» αρχίζει και γίνεται κατεστημένο. Ωστόσο, είμαι σίγουρος ότι το άλμπουμ θα βρει γυρισμένες τις πλάτες του κοινού στο οποίο στόχευε ώστε να γίνει κοινωνός της φάσης του. Ας μη βιαστούμε πάντως να εγκαταλείψουμε το τρένο των Django Django. Πιστεύω ότι έχουν καλούς δίσκους μπροστά τους.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Η Μορφή του Νερού

Για να επιστρέψει ο Γκιγιέρμο ντελ Τόρο στο προσωπικό του σινεμά, χρειάστηκε άλλο ένα «τέρας». Μετά τον αριστουργηματικό «Λαβύρινθο του Πάνα», ο Μεξικανός σκηνοθέτης μας κάνει δώρο άλλη μια ταινία μέσα από την καρδιά του. Αν ο Ντελ Τόρο είχε μπει σε εκείνο τον αξέχαστο «Λαβύρινθο» για να βρει στην άκρη του νήματος την παιδική αθωότητα και την καλοσύνη, στη «Μορφή του Νερού» προσπαθεί να δώσει σχήμα στη ρευστή φύση του έρωτα. Από την εποχή του «Ψαλιδοχέρη» του Τιμ Μπάρτον, έχουμε να δούμε σκηνοθέτη που να ταυτίζεται σχεδόν αυτοβιογραφικά με τα «τέρατα» και να διαχειρίζεται τους ανθρώπους που τα περιβάλλουν σαν απειλή προς την αγνή φύση τους. Στην καρδιά τους ταινίας (που χτυπάει πραγματικά δυνατά) βρίσκεται μια μοναχική και μουγκή καθαρίστρια που δουλεύει σε ένα κρυφό κυβερνητικό εργαστήριο στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Εκεί θα αναπτύξει μια τρυφερή σχέση στοργής με ένα αμφίβιο πλάσμα το οποίο έχει υποστεί φριχτά βασανιστήρια.

Η αλληγορία του φιλμ είναι προφανής και οι ιδέες του απτές και ξάστερες. Δεν υπάρχει κάτι το αμφίσημο ή αινιγματικό στην πλοκή της ταινίας. Η τρυφερή πρωταγωνίστρια ξέρει καλά πως είναι να νιώθεις σαν τερατόμορφο πλάσμα και δεν αντιμετωπίζει το αιχμάλωτο τέρας με φόβο. Του προσφέρει αυγά για να καταβροχθίσει, του δίνει ελπίδα όταν δεν υποφέρει από σαδιστικούς βασανισμούς και στο τέλος το ερωτεύεται, μέσα σε ένα (κυριολεκτικό) ωκεανό αγνών συναισθημάτων. Συνένοχοι στη διάσωση του πλάσματος από την καλόκαρδη καθαρίστρια, θα είναι ο μοναχικός γείτονάς της και η Αφροαμερικανίδα συνάδελφός της, που την νοιάζονται πολύ.

47mvw_2.jpg

Ο Γκιγέρμο ντελ Τόρο ξαναβρήκε σε αυτή την αλλόκοτη ερωτική ιστορία την αγάπη του για το κλασικό σινεμά του φανταστικού. Κάτι ξύπνησε το fan boy μέσα του, που ήταν βουτηγμένο στο sci-fi, τα σκοτεινά κόμικ και τα γοτθικά θρίλερ. Ευτυχώς άφησε πίσω του προσωρινά τον εμπορικό κατασκευαστή του «Blade II», του «Hellboy» και του «Pacific Rim» και μπήκε ξανά στον προσωπικό του κόσμο, σε αυτόν που έλαμψε σαν αμετανόητος στυλίστας με τη «Ράχη του Διαβόλου». Κάθε πλουμιστό κάδρο της «Μορφής του Νερού» είναι βγαλμένο από τα όνειρα ενός ενθουσιώδους παραμυθά. Κάθε σκηνή είναι πλασμένη στη φαντασία ενός μαριονετίστα. Άριστος ρυθμός, γεωμετρικά πλάνα και φωτογραφία που κρατιέται με το ζόρι να μη πεταχτεί έξω απ’ το πανί της οθόνης.

Ο Ντελ Τόρο μπορεί να είναι λαϊκός αφηγητής, ρομαντικός εικονοκλάστης, εμπορικός παραγωγός και τίμιος αναβιωτής των b-movies της ψυχροπολεμικής υστερίας ταυτόχρονα. Δεν καταφέρνει ωστόσο να απαλλάξει τους θεατές από μια άβολη αίσθηση… «Αμελί». Η δραματουργία σε πολλές στιγμές προχωράει με χοροπηδηχτά αλματάκια και οι εικόνες είναι ντυμένες στην τρίχα, σε βαθμό που δεν σε αφήνουν να διακρίνεις αληθινές οσμές και να δεις τη σιλουέτα τους. Παρακολουθώντας την ταινία με τα ξεκάθαρους «διαβόλους» και τους φανερούς «αγίους», μπορείς να ρυθμίσεις το IQ στο μηδέν και να ακουμπήσεις μόνο σε πρωτοεπίπεδες αισθήσεις. Έτσι όμως ξεχνάς την ευεργετική επίδραση ενός ερωτικού δράματος που στοχεύει μετωπικά στουςς αισθητήριους μηχανισμούς. Μικρό το κακό, ειδικά όταν τα παραμύθια είναι αγνά και άκακα, σαν μικρά παιδιά που δεν σου πάει η καρδιά σου να τα μαλώσεις.

47mvw_3.jpg

Από το Movieworld

Posted in Cinema | Leave a comment

6 Greek Albums

Lower Cut

Ocean

Θα ήθελα πολύ να μην είχε κακοποιηθεί εξαιτίας της επαναλήψεως ο όρος «εναλλακτικό», για να τoν κολλήσω δίπλα στον δίσκο των Lower Cut και να συνεννοηθούμε χωρίς πολλά λόγια. To Ocean δεν προφέρει τίποτα “meta” και τίποτα ρηξικέλευθο, αλλά τελικά είναι ευπρόσδεκτο και πιθανότατα απαραίτητο, σε μια εποχή που το ατόφιο, κιθαριστικό ροκ έχει ρημάξει και κανείς δεν κάνει πια τον κόπο. Η γενιά που μεγάλωνε λατρεύοντας ισόποσα την Polly Harvey, τους Lush, τους Breeders (αλλά και τους Echo Tatoo), θα βρουν πράγματα να αγαπήσουν σε τούτο το μεστό και δεμένο album που διακατέχεται από κομψή αισθητική και θηλυπρεπή μελαγχολία. Προσωπικά, τίμησα τις γλυκές κιθάρες του “Endless Countdown On New Year’s Eve” με αλλεπάλληλα «repeat».

Στα 35 μεστωμένα λεπτά του δίσκου, οι Lower Cut αξιοποιούν τη rock δυναμική που έχουν χωνέψει και έχουν βάλει στόχο να μην προδώσουν όσους έχουν όρεξη να αναμειχθούν με αυτούς τους ζωτικής σημασίας απόηχους της δεκαετίας του 90. Ακόμη κι όταν δεν διαχειρίζονται ιδανικά τις σκοτεινές /new age αγάπες τους (Rebound) ή ακόμη κι όταν το σοφιστικέ, μπαλαντοειδές jam τους (War) δεν φτάνει τις θερμοκρασίες που θα έπρεπε, έρχονται τραγούδια όπως το “Honey” που σε κάνουν να κοντοσταθείς. Τα φωνητικά της Ειρήνης Αργύρη μας θυμίζουν ότι δεν είναι μονόδρομος το φιλοσοφικό παζάρεμα με αυτοκαταστροφικούς εφιάλτες και αρκεί το μεστό ύφος για να είναι θελκτικό το αποτέλεσμα. Η παραγωγή του Αλεξ Μπόλπαση θα μπορούσε ίσως να μην καθαρογράφει τα κομμάτια αλλά να άφηνε μουτζούρες και μολυβιές στο γραπτό μιας μπάντας, η οποία ενώ γράφει μουσική με βάση κανόνες και στανταρισμένους άξονες, στο Ocean το κάνει με στυλ. Κρίμα που είναι το τελευταίο τους.

 

May Roosvelt

Junea

Το πεδίο της ηλεκτρονικής dreamy pop μοιάζει να είναι το αγαπημένο τερέν για όσους καλλιτέχνες αγωνιούν να εκφράζουν εμφατικά το μουσικό τους παρόν, αλλά και για όσους έχουν ξεκάθαρο όραμα για τον εαυτό τους, μεσ’ το νεφελώδες σημερινό τοπίο του σοσιαλμιντιόπληκτου αυτοπροσδιορισμού. Η May Roosvelt με το album της Junea είναι σαφές ότι θέλει να παράξει αστικά, μουσικά όνειρα, κεντημένα σε διάκοσμο αιθερόφωνου. Οι συνθέσεις της, παραγματικά διακατέχονται από μια επιθυμία για περιπέτεια– έστω εκ του ασφαλούς. Από το σαρκαστικό παιχνίδισμα του “Pa” με τα γοητευτικά, νυχτερινά bleeps και τις νεορομαντική ενατένιση του “Air”, μέχρι την ανελισσόμενη αύρα του “Let’s”, η May Roosvelt μας δείχνει πως αν μη τι άλλο είναι ικανή να δημιουργήσει ενορχηστρωτική δίνη, η οποία μερικές φορές μπορεί να είναι δυνατή σαν κρύος νυχτερινός αέρας. Αποσυναρμολογημένα αισθήματα και μπλαζέ τρυφερότητα τη βρίσκουν μια χαρά μεταξύ τους, καθώς βρίσκονται αγκαλιά και μπλέκουν τα πόδια τους με νάζι κάτω απ’ τα πολλά στρώματα ηλεκτρονικών ήχων.

Το Junea νομίζει πως είναι ένα σπάνιο υβρίδιο, εξωστρεφές και ευφορικό. Αποτελείται όντως από τραγούδια που με περηφάνεια και κυρίως με στυλ, μπορούν και σηκώνουν το κεφάλι για να κοιτάξουν ψηλά, όμως το δωμάτιο που τα φιλοξενεί είναι χαμηλοτάβανο και δεν έχει αρκετή θέα. Την ανάπτυξη των hook των τραγουδιών ώστε να αποκτήσουν τη σφραγίδα του «σημαντικού» περιορίζει μια εγγενής κόντρα στη φύση των συνθέσεων: της τάσης των τραγουδιών να ενταχθούν στις «cool playlists» της πόλης και την επιθυμία της May να παράξει αληθινά σοφιστικέ ηλεκρονικούς ήχους. Τελικά τα κομμάτια δεν κουμπώνουν όυτε στα ερτζιανά που σερβίρουν «ατμόσφαιρες» αλλά ούτε αποδρούν ποτέ από το χαμηλοτάβανο δωμάτιο δίχως θέα στη γειτονιά του trip hop ή του shoegaze, ώστε να στοχεύσουν κατευθείαν στην καρδιά του ακροατή. Ο μουσικός μικρόκοσμος της May είναι μοντέρνος σε ιδέες, στυλάτος (ειδική μνεία στο ωραίο εξώφυλλο) και δεν θεωρεί το στυλιζάρισμα βρώμικη λέξη, όμως ο δίσκος αδυνατεί να παράξει αληθινούς χυμούς και τελικά μένει να θρέψει μόνο τις πρωτοεπίπεδες αισθήσεις.

 

Tango With Lions

The Light

Δεν χάνεις και δεν χάνεσαι στο «The Light». Οι μουσικές κατευθύνσεις των Tango With Lions έχουν συγκεκριμένη γεωγραφία αισθητικής και δεν σε αφήνουν μόνο σου. Η Κατερίνα Παπαχρήστου δεν περιορίζεται στο να μηρυκάζει τους οικείους ήχους της Βρετανικής κληρονομιάς, ούτε ψάχνει τα ίχνη στο χώμα του Αμερικάνικου κολεγιακού ροκ για να πατήσει με ασφάλεια στη σχηματισμένη πατούσα τους. Στο φετινό τους album, η μοναξιά της Αμερικάνικης ερήμου έχει συχνά το ρόλο του μύστη, ειδικότερα σε τραγούδια όπως το πανέμορφο «Proof Of Desire». Παρά τα συμβατικά ροκ όρια που το ορίζουν, το album μπορεί να καμώνεται πως διαφέρει από την επίπεδη lo-fi ακουστικότητα που πλήττει την μελαγχολική τραγουδοποιία της εποχής. Τα τραγούδια είναι αρμονικά, ευάκουστα, ακόμα και στις στιγμές που χουχουλιάζουν κάτω απ’ την ηλεκτρική κουβέρτα των Walkabouts.

Αν και οι Tango With Lions βάζουν τα δυνατά τους να συγκεντρώσουν όλη τη “ραδιοφωνική” δύναμη που μπορούν, δεν υπονομεύουν την απολαυστική all-day ακρόαση. Η Kat αντιλαμβάνεται σε κάποιες στιγμές τον εαυτό της ως μία σύγχρονη Cat (Power) αλλά χωρίς τις αδικαίωτες νευρώσεις. Κάποιες εύκολες και προφανείς λύσεις στην παραγωγή, όπως τα ανέμελα πνευστά στο «Restless Man» ή η παιδική χορωδία στο ομώνυμο τραγούδι, λύνουν τα χέρια στα δύσκολα. Βρίσκουμε και έξυπνες ιδέες όμως, όπως την χρήση νεορομαντικών πλήκτρων στο «Phoenicia» ή τις τραγανές κιθάρες στο What You’ve Become (δεν μπορεί να μου ξεκολλήσει από το μυαλό ότι σε ένα ιδανικό playlist θα έπαιζε μετά το Mayonaise των Smashing Pumpkins). Βέβαια, κομμάτια όπως The Go Betweens χρειάζονταν μια πιο τολμηρή φωνητική υποστήριξη, ένα πιο δυνατό ερμηνευτικό σπρώξιμο για να φύγει στην κατηφόρα το όχημα. Αυτή είναι και η αίσθηση που αφήνουν τα περισσότερα τραγούδια. Σαν να θέλουν διακαώς να εκραγούν από μέσα τους αλλά πατάνε συνεχώς στα ακροδάχτυλα. Έτσι, κανείς δεν θα μάθει τι ηδονές και τι κινδύνους κρύβουν μέσα τους. Το «The Light» είναι όμορφο στο σύνολό του, αλλά είχε ανάγκη περισσότερο παλμό για να γίνει απαραίτητο και υπολογίσιμο.

 

Bazooka

Ζούγκλα (EP)

«Καλωσήρθατε στη ζούγλα» μας φωνάζουν μεσ’ τα μούτρα μας οι Bazooka, απ’ τις πρώτες κιόλας άναρθρες κραυγές του νέου τους ΕΡ, λίγους μήνες μετά την κυκλοφορία του απολαυστικού άλμπουμ τους “Άχρηστη Γενιά”. Κραυγάζουν όμως τον αφορισμό τους, όχι με τo φτιασιδωμένο ύφος ενός κλώνου του Axl Rose που μόλις βγήκε απ’ το κομμωτήριο, αλλά με την ορμή μιας ομήγυρης που θέλει να εξαπολύσει οργανωμένη επίθεση στα ασφαλή σαλόνια μας, μέσα από τσιρίδες, διαβολεμένα φωνητικά και κιθάρες σε θερμοκρασία βρασμού.

Η βολιώτικη μπάντα δείχνει να βρίσκει τη φωνή στην εταιρεία Inner Ear. Τα τέσσερα νέα τραγούδια τους βρίσκονται στο δικό τους, ερεβώδη, σκοτεινό κόσμο, και χαίρονται γι’αυτό. Ούτε ματιά δεν θέλουν να ρίξουν στο λεηλατημένο περιβάλλον γύρω τους. Απ’ τον διαστημικό, πηχτό θόρυβο της ”Ζούγκλας” και την αρρωστημένη, παγανιστική folk του ακουστικού ”Εξαϋλώσου”, μέχρι την εθιστική, γκρουβάτη ανάπτυξη του ”Η Δική Σου Η Σειρά”, το δισκάκι σε ρίχνει με τα μούτρα σε ένα φρενήρες καρουζέλ από ζαλιστικές κιθάρες, μέσα στο οποίο ψάχνεις για χερούλια να πιαστείς. Το πνιγμένο στα παραισθησιογόνα μανιτάρια ”Θέλω Φύση” που κλείνει το ΕΡ, ακούγεται σαν χαμένο nugget που ανακάλυψαν ρακοσυλλέκτες της ψυχεδελικής κουλτούρας της δεκαετίας του 60 και το ανασκευάζουν με χειροποίητα υλικά.

Οι Bazooka παίζουν μουσική σαν να είναι εγκλωβισμένοι στα γρανάζια της παρανοϊκής rock μηχανής που τους έθρεψε. Οι κιθάρες θέλουν να συντηρήσουν έναν χορό που έχει στηθεί γύρω τους από σαλεμένους και φρικιά. Το συγκρότημα επικοινωνεί σε Ελληνικό στίχο, ποζάρει με αυτάρεσκο, Αμερικάνικο θράσος και ηδονίζεται μιλώντας την παγκόσμια γλώσσα του Rock’n’Roll. Οι εμφανείς επηρροές απ’ τους Mudhoney μέχρι τους Melvins περισσεύουν και ανήκουν σε «σφουγγοκωλάριες» κριτικές και αναλύσεις που παραβλέπουν την άναρχη φύση της μουσικής των Bazooka και των υγρών που παράγουν τα θέλγητρά τους. Εφόσο οι ίδιοι δεν φόρτωσαν με το λίπος άλλων 7 με 8 «fillers» τούτο το σύνολο τραγουδιών, θα ακολουθήσω το παράδειγμά τους και δεν θα υπεραναλύσω την οργανική τους φύση. Αντ’ αυτού θα αυξήσω την ένταση στον ενισχυτή γιατί η επόμενη ακρόαση είναι πάντα καλύτερη απ’ την προηγούμενη. Δεν το λες και λίγο.

 

Afformance

Music for Imaginary Film #1

Οι μελωδίες των Afformance ψάχνουν για εικόνες από σελιλόζη για να τυλιχθούν τριγύρω τους. Το φετινό τους album έχει φτιαχτεί για να ντύσει ένα φανταστικό φιλμ, απ’ αυτά που παίζουν στο μυαλό μας, αλλά και για να θρέψει τα κολάζ αναμνήσεων που φτιάχνει η μνήμη μας. Το Music for Imaginary Film #1 διαθέτει έναν καλά δομημένο, post-rock εναέριο τάπητα, στον οποίο πατάει μια ιστορία αγωνίας ενός ήρωα που θέλει να δραπετεύσει από ένα άγνωστο δάσος. Τραγούδια όπως το Sol in the Woods και το Aftermath, είναι ικανά να απογειώσουν νύχτες αστροφαντασίας και φιλοδοξούν να αντηχήσουν σε κλειστούς χώρους και να απλωθούν στην ατμόσφαιρα. Στον φορμαλιστικό κορμό του δίσκου βρίσκουν έδαφος οι ευδιάκριτες ανησυχίες του άκρως παραγωγικού συγκροτήματος.

Tίποτα δεν είναι στην τύχη σε αυτό το δίσκο: oι ήπιες πιανιστικές μελωδίες και τα ηλεκτρικά ξεσπάσματα είναι αποτέλεσμα ξεκάθαρων στιλιστικών αγωνιών. Πρόκειται στην ουσία για ένα μπουκέτο από περιπετειώδη instrumental με αξιοθαύμαστη ακεραιότητα ύφους. Δίχως ευκολίες «θορύβου» για να θολώσουν τα νερά και χωρίς τα συνήθη καταφύγια στην αφαίρεση που σε γλυτώνουν απ’ τα δημιουργικά αδιέξοδα. Τούτο το soundtrack για αόρατες εικόνες δανείζεται τον τίτλο του από τη γλώσσα της δισκογραφίας του Brian Eno, αλλά δεν μεγαλοπιάνεται σε καμιά στιγμή του και μάλιστα διαθέτει ενσυναίσθηση του «μικρού μήκους» μεγέθους του. Μπορεί κανείς να σταθεί μόνο στο “619” που κλείνει το δίσκο και ειδικότερα στον τρόπο που κυλάει απ’ τα ηχεία, σαν υγρό, νεφελώδες ambient-rock όνειρο, που θέλει να προλάβει να αγαπηθεί πρωτού εξατμιστεί και γίνει ανάμνηση.

 

Marva Von Theo

Dream Within A Dream

Το Dream Within A Dream είναι φτιαγμένο με μία νιρβάνα στο μυαλό. Πρόκειται για έναν δίσκο που κυλάει στρωτά και κρυστάλλινα, σε ένα τοπίο μετα-Lamp νηνεμίας. Ο δίσκος περιέχει τραγούδια που προκρίνουν τα αέρινα συστατικά των synths και που διψάνε για μια Annie Lennox να τα στείλει ανεπιστρεπτί στα άστρα. Αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι υστερεί φωνητικά η Μάρβα Βούλγαρη. Αντιθέτως, είναι σε πολλά σημεία εντυπωσιακός ο τρόπος που ακουμπάει σε μελωδικές αφηγηματικές μελωδίες που πασχίζουν να είναι καθαρές και ξάστερες, αποφεύγοντας να κρυφτεί πίσω από ψιθυρίσματα και από εφέ που εξυπηρετούν (τάχα μου) την ατμόσφαιρα. Αλλού ακούγεται να έχει την αυτοπεποίθηση που θα χρειάζονταν για να ερμηνεύσει ένα τραγούδι για την εναρκτήρια σκηνή ενός James Bond (Inside Your Mind) και αλλού επιτρέπει στο coolness της Europop να πάρει το πάνω χέρι (Somebody New). Η διάθεση και τα ηχοτοπία του Θοδωρή Φοινίδη είναι αρκούντως κεντημένα και η ενορχηστρωτική άποψή του είναι σχεδόν πλήρης και κοντά σε αυτό που θα επιθυμούσε οποιαδήποτε τραγουδίστρια για να νιώσει βολικά.

Οι Marva Von Theo, βολοδέρνουν σε νεορομαντικά, θλιμμένα trio hop και electro τοπία, αποφεύγοντας τις περιττές, ψυχαναγκαστικές συγκινήσεις – κρατάνε μόνο τις ατόφιες. Η αίσθηση του ήχου είναι τραγανή και γεμάτη εύγευστα τρικ στον ήχο. Ειδικά σε τραγούδια όπως το Reaching The Stars που μοιάζουν με μελωδικά σύννεφα που σε μουδιάζουν και σε ρίχνουν σε ένα περιπετειώδες κηνήγι μέσα σε έναν κήπο απολαύσεων. Το album στο σύνολό του απέχει από το να ακουστεί σπουδαίο. Απέχει όμως πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε έννοια μετριότητας. Οι ίδιοι οι Marva Von Theo διαθέτουν άλλωστε υψηλή αίσθηση επαγγελματικής ευθύνης απέναντι στο ακροατήριό τους, το οποίο μάλλον θα εκτιμήσει την τεχνοκρατική υπεροχή τους. Ακόμα και αν ο κορμός των τραγουδιών ήθελε ένα σχετικό συμμάζεμα ώστε να θυμάται καλύτερα τα τραγούδια ο ακροατής στις πρώτες ακροάσεις και να τα ξεχωρίσει από μνήμης, το αποτέλεσμα τους δικαιώνει γιατί μας κάνει να συμμετέχουμε ισότιμα σε μια πολιτισμένη, συναισθηματική, αστική pop από την οποία φτιάχνονται τα όνειρα μέσα σε άλλα όνειρα.

Posted in Music | Leave a comment

Simple Men

There is no such thing as adventure. There’s no such thing as romance. There’s only trouble and desire.
When you desire something you immediately get into trouble. And when you’re in trouble you don’t desire anything at all.

Ο Hal Hartley μπορεί να θεωρηθεί με ευκολία ως ο πατριάρχης της ανήσυχης πλευράς της ανεξάρτητης σκηνής του αμερικάνικου σινεμά. Έσκασε σαν κομήτης την εποχή που το alternative rock και το VHS μεσουρανούσαν. Ως δημιουργός, διέθετε χαρισματική ματιά και το στυλ του ξεχώριζε από κάθε κινηματογραφιστή της γενιάς του. Ο Hartley κατάφερε και έφτιαξε έναν απόλυτα προσωπικό κόσμο από μοναχικούς ήρωες, τους έριξε σε ιστορίες με μινιμαλιστική δράση, τους έδωσε κοφτό και πανέξυπνο διάλογο από επαναληπτικές ατάκες που έδιναν μια χαμηλόφωνη εκκεντρικότητα στο εκάστοτε genre, είτε ήταν η ρομαντική κομεντί “The Unbelievable Truth” (1990) είτε το οικογενειακό δράμα “Trust” (1991), είτε η κατασκοπική περιπέτεια Amateur (1994). Η σπάνια ιδιοσυγκρασία και η μοναδικότητα του στυλιζαρίσματος βρίσκονται σε καλλιτεχνική κορύφωση στο “Simple Men” (1992). Η ιστορία της ταινίας αφορά δύο αδέλφια, τον Bill και τον Dennis, οι οποίοι καταζητούνται από την αστυνομία. Η αινιγματική περσόνα του πατέρα τους και μια προδοσία από την πρώην γυναίκα του Bill, τους κάνει να δεχθούν ότι δεν υπάρχει τίποτα εκτός από μπελάδες και πόθους και αναγκάζονται να φύγουν εξόριστοι. Στον δρόμο θα σταματήσουν σε ένα απομακρυσμένo Diner, όπου ο Bill θα ερωτευτεί την ιδιοκτήτρια.

Όπως κάθε σημαντικός καλλιτέχνης, έτσι και ο Νεοϋορκέζος σκηνοθέτης, παρόλο που αποτελούσε την επιτομή του cool, αντλούσε έμπνευση απ’ την παράδοση. Ο εκκεντρικός τρόπος ερμηνείας των ηθοποιών και το αποστασιοποιημένο ύφος με το οποίο εκστόμιζαν τις ατάκες τους, θυμίζει τον Bresson. Η εφευρετικότητα του μοντάζ, φέρνει στο μυαλό την πρώτη χρυσή εποχή του Godard. Αυτός ήταν και ο λόγος που χρησιμοποιούσε μια μικρή ομάδα από ηθοποιούς σε κάθε ταινία. Οι ηθοποιοί που μοιράζονταν τους ρόλους του και αποτελούσαν τον «ολιγομελή θίασο Hartley» ήταν απόλυτα εναρμονισμένοι στην ιδιοσυγκρασία των ταινιών του.

Στο “Simple Men” η χορογραφία των μηχανικών κινήσεων των ηθοποιών, η απόλυτη γεωμετρία στο χειροποίητο πλάνο, το κοφτό μοντάζ, ο ελλειπτικός διάλογος που μοιάζει να τρέχει σε δύο χρόνους και το εναλλασσόμενο πινγκ-πόνγκ ατάκας που τείνει σε συχνές επαναλήψεις, αποτελούν τις σκηνοθετικές επιλογές που κάνουν το έργο αψεγάδιαστο και ανθεκτικό στη φθορά του χρόνου. Ακόμα και στην εποχή της πλαστικής 3D τεχνολογίας, τα διεισδυτικά κοντινά και τα γεωμετρικά μετρημένα πλάνα του Simple Men είναι χάρμα οφθαλμών. Οι ήρωές του παλεύουν με τις λανθάνουσες φιλοδοξίες τους και το αίσθημα αποξένωσης. Υπάρχει ένα βαθύ αίσθημα απόγνωσης και ματαιοπονίας στο έργο του. Η γλώσσα γίνεται το εργαλείο που τα παραπάνω νοήματα που αντιπαρατίθενται με την αλληλεπίδραση των ηρώων. Ο ρεαλισμός και η αληθοφάνεια των καταστάσεων δεν τον αφορά. Τον αφορούν οι ήρωες και η ακεραιότητα της συναισθηματικής ευφυΐας τους.

Ο Hartley κινηματογραφεί με στέρεα και στατικά πλάνα. Υποδεικνύει το που θα στρέψει το βλέμμα του ο θεατής. Σε αυτό θυμίζει έναν άλλο πρωτοπόρο της ανεξάρτητης σκηνής του Αμερικάνικου σινεμά, τον Jim Jarmusch. Όμως αντίθετα με την ποιητική και αφηρημένη ματιά του Jarmusch, τα πλάνα του Hartley είναι πιο χορογραφημένα. Ο διάλογος είναι ελλειπτικός και βαθυστόχαστος μέσα στη χαλαρότητα και το μπλαζέ ύφος και συνήθως διακόπτεται από τους μοναχικούς ήχους μιας ηλεκτρικής κιθάρας στο soundtrack.Συχνά οι ήρωες στρέφουν το βλέμμα μακριά από τον συνομιλητή τους όταν του απευθύνονται. Παίρνουν αντίθετες στάσεις και τα βλέμματα είναι απαθή. Καμιά φορά βλέπουμε το ύφος και τις αντιδράσεις μόνο αυτού που ακούει και σχεδόν πάντα τα close-up στα πρόσωπα και η κίνηση των σωμάτων αλληλοσυμπληρώνεται. Οι no-budget περιορισμοί μετατρέπονται στο αισθητικό πλεονέκτημα.

48sMvw_3.PNG

Σαν γνήσιο πνευματικό παιδί του Godard, ο Hartley θα αποδομήσει τη γραμμική αφήγηση για χάρη του εγκεφαλικού σχολιασμού. Θα στήσει ολόκληρες σκηνές από μια «μερική οπτική» της δράσης, οι γωνίες λήψεις θα περιορίσουν τις πληροφορίες για τον χώρο και η εικόνα με τον λόγο θα συγχρονιστούν. Όμως οι δυο σκηνοθέτες έχουν και μεγάλες διαφορές μεταξύ τους. Σε αντίθεση με τον πομπώδη παρεμβατικό λόγο και την ποιητική διαλεκτική του Godard, ο Hartley προσδίδει ξεκάθαρα κίνητρα στους ήρωες, τους βάζει σε γνώριμο πλαίσιο δράσης και κάνει τον θεατή να οικειοποιηθεί τις αγωνίες τους. Ο Hartley συντονίζει τη δράση με την αντίδραση ενώ ο Godard αδιαφορεί για τα πλάνα αντιδράσεων, ο Hartley βλέπει οικογενειακό τραύμα εκεί που ο Godard βλέπει ταξική φθορά, ο Hartley εκφράζει ανησυχίες εκεί που ο Godard μιλάει προφητικά.

Ο Hartley δεν έγινε το icon που θα έπρεπε να γίνει. Οι πιο πολλές ταινίες του δεν μπορούν καν να βρεθούν σε DVD. Δεν μπορούσε να γίνει media whore σαν τον Kevin Smith ή να απορροφηθεί από το mainstream σαν τον Richard Linklater. Απέφυγε τα media και από ίνδαλμα χάθηκε στην αφάνεια και τους πειραματισμούς. Θα ήταν κανονική παραφωνία σε μια σύγχρονη κινηματογραφική πραγματικότητα όπου αντιπροσωπευτικό δείγμα ανεξάρτητου σινεμά θεωρείται το Little Miss Sunshine ή το Juno. Είναι πολύ διαφορετικός για να μιλήσει στη γενιά του YouTube και πολύ σπάνιος ακόμα και για τους σινεφίλ θεατές που “πιάνουν” τους Coen. Όμως μια ταινία σαν το Simple Men δεν είναι προϊόν της εποχής της. Έχει μια διαχρονική και παγκόσμια ποιότητα που οι επαναληπτικές θεάσεις της, 26 χρόνια μετά, κάνουν όλο και πιο φανερή. Το Simple Men προσπερνά τα εφήμερα trend και παραμένει ο ορισμός του μοντέρνου, του hip, του quirky, του προχωρημένου και του… post everything.

Ο ήρωας που υποδύεται ο Martin Donovan σε έναν παροξυσμό πανικού και οργής θα φωνάξει ότι δεν αντέχει την ησυχία. Στο επόμενο πλάνο οι ήρωες θα επιδοθούν σε ένα ξεκούρδιστο χορευτικό νούμερο πάνω στο Cool Thing των Sonic Youth. Στο ίδιο πλάνο θα παρεμβληθούν ο Bill και η Kate όπου θα τους δούμε σε έναν χορό σαγήνης, δισταγμού και υπόγειου φλερτ. Ας φανταζόματε ότι θα χορεύουμε για πάντα, παρέα με τους ήρωες, σε αυτή την αιώνια σκηνή.

Posted in Cinema | Leave a comment

Call Me by Your Name

Η ιστορία του «Call Me by Your Name» διαδραματίζεται το καλοκαίρι του 1983, σε μια ηλιόλουστη έπαυλη της Λομβαρδίας στη Βόρεια Ιταλία, μέσα σε καταπράσινους κήπους και ανθισμένα λουλούδια. Ένα πανέμορφο σκηνικό, τόσο σαγηνευτικό που θα μπορούσε να φιλοξενήσει ακόμη κι ένα παραμύθι. Ο Αμερικάνος καθηγητής Όλιβερ, που κάνει την πρακτική του στην Αρχαιολογία, θα φτάσει ζαλισμένος απ’ το jet lag, στο σπίτι του καθηγητή Ιστορίας Πέρλμαν και της μεταφράστριας συζύγου του, Ανέλα. Ο 17χρονος γιος τους, ο Όλιβερ, θα αναλάβει χρέη βοηθού στη μελέτη του Αμερικάνου, ο οποίος θα περάσει έξι βδομάδες σε αυτό το σπίτι. Μικρό διάστημα, αρκετό όμως για να χωρέσει μια μικρή ζωή.

O σκηνοθέτης Λούκα Γκουαντανίνο δολιχοδρομεί επάνω σε μια ιστορία άγουρου σκιρτήματος και  εξερεύνησης, τονίζοντας τη μοναχική μέθεξη των ηρώων, οι οποίοι νιώθουν πλήρως ελεύθεροι στο θέρετρο που τους περιβάλλει. Οι ήρωες διαβάζουν τους κλασικούς κάτω απ’ τον ήλιο, δροσίζονται με φρούτα, περιφέρονται ανέμεσα σε έπιπλα αντίκες, συζητούν τρώγοντας στον κήπο και κάνουν βόλτες στην πόλη με ποδήλατα. Τα πάντα είναι τόσο όμορφα (και εννοώ ΟΜΟΡΦΑ).

Grow up. See you at midnight”

Ο σκηνοθέτης επιδεικνύει χαζευτική σκηνοθετική ωριμότητα, καθώς δεν υποκύπτει σε καμία μεγέθυνση, δεν επιτρέπει καμία επιτηδευμένη μελαγχολία και δεν πατάει σε καμία «φιλολό» παγίδα που θα υπονόμευε την τιμιότητα των συναισθηματικών κραδασμών των ηρώων του. Εδώ, ο έρωτας δεν συνοδεύεται με εγκεφαλικές παλίρροιες. Το ανέλπιστο δέσιμο των δυο ανθρώπων υπογραμμίζουν τα ανάγλυφα τραγούδια του Sufjan Stevens, τα οποία υγραίνουν τα μάτια και έρχονται σε πλήρη χημική ένωση με τις συναισθηματικές αντιδράσεις μας, με τρόπο που ξεμπροστιάζουν όλα τα γλυκερά soundtrack του Χόλιγουντ.

Τα φροντισμένα κάδρα και η διακριτική παρατήρηση τους, σε υποχρεώνουν να τα εμπιστευτείς. Η παρατήρηση της γλώσσας του σώματος έρχεται σε φυσική αλληλουχία με τις νευρώσεις της ενηλικίωσης, με τις ανάγκες του σώματος και με την ήπια τρυφερότητα των ανθρώπων που έχουν μάθει να συμπεριφέρονται σαν να μην είναι το επίκεντρο του κόσμου.

How you live your life is your business. But remember, our hearts and our bodies are given to us only once.

Το “Να με Φωνάζεις με το Όνομά σου” ακούγεται σαν το πιο αφοπλιστικό αίτημα μεταξύ δυο εραστών που θέλουν να χαθούν ο ένας μέσα στον άλλον. Είναι και ο τίτλος μιας ταινίας για δυο ανθρώπους που θέλουν να ανταποκριθούν στα πιο επείγοντα αισθήματά τους. Ένας γοητευτικός άνδρας με τη δύναμη να μπαίνει σε ένα δωμάτιο και να το φωτίζει και ένα αβέβαιο αγόρι, εξημερωμένο ως προς τη ερωτική χίμαιρα της εφηβείας. Δυο ήρωες σε ένα παράνομο affair, αποταυτισμένο από περιττές queer ταμπέλες.

Η ταινία είναι ένα συναισθηματικό οικοδόμημα, ικανό να σε γκρεμοτσακίσει σε συναισθηματικούς καιάδες. Μια ερωτεύσιμη μπαλάντα, γκαστρωμένη με εσωτερικές εντάσεις που σε κάνει να επανεκτιμάς την αξία της επαφής με τα «θέλω» σου, αλλά και τις πληγές που άφησαν οι αδικαίωτοι έρωτες. Αυτοί που σε άλλες ηλικές μας στοιχειώνουν, ενώ μετά από χρόνια μοιάζουν με γλυκιά ανάμνηση.

O Τζέιμς Άιβορι (Τα Απομεινάρια Μιας Μέρας) έκανε εξαιρετική δουλειά στην διασκευή του βιβλίου, παραμερίζοντας το παρελθόν και το μέλλον των ηρώων και εστιάζοντας στο ουσιαστικό παρόν. Το στόρι εξανθρωπίζει κάθε υποψία gender bender ψυχοδράματος και εστιάζει στην αθωότητα, δίχως να ηθικολογεί. Το φιλμ προσπερνάει τις εφήμερες ηδονές και τα χιλιοειπωμένα επάνω στις bi-curious επιλογές, για να μας κάνει να «συμμετάσχουμε». Μας χαρίζει και εκείνη τη σκηνή με το λογύδριο του πατέρα του Όλιβερ για να έχουμε να πορευόμαστε – μια σκηνή ανθολογίας που θες να ανοίξεις μια αγκαλιά να την κρατήσεις εκεί για πάντα. Καθ όλη τη διάρκεια του φιλμ, ο θεατής νιώθει ότι βαδίζει «μαζί» με τους ήρωες. Νιώθει όσα περνάνε από την καρδιά τους. Νιώθει τα κίνητρα πίσω από τις επιλογές τους. Πάμε πάλι. Με το Call Me by Your Name, ο θεατής «νιώθει».

Posted in Cinema | Leave a comment

Phantom Thread

Στο αόρατο σημείο όπου βάλλονται οι πνευματικές ισορροπίες και μάχονται οι σχέσεις εξουσίας με τις σχέσεις προστασίας, ανθίζει το εκλεκτό σινεμά του Πολ Τόμας Άντερσον. Από το “Hard 8” (με τη σχέση του παλαίμαχου Sydney με τον νεαρό τζογαδόρο), το “Boogie Nights” (με τη σχέση του προικισμένου πορνοστάρ Ντερκ Ντίγκλερ και του σκηνοθέτη) και φυσικά από τη σαρωτική εποποιία του “There Will Be Blood” (με τον μεταλλωρύχο και τον τοπικό θρησκόληπτο ιερέα) μέχρι το “The Master” (με την πνευματική αντιπαλότητα ενός ψευδοπροφήτη αυτοβελτίωσης και του άγουρου πρωτοπαλίκαρου), η τόλμη των εικόνων του σκηνοθέτη είναι αδιαφιλονίκητη. Στο “Phantom Thread”, ο αμοραλισμός που σακατεύει την ψυχή του ήρωα κινηματογραφείται με εργαλείο την υψηλή ραπτική του μοντάζ. Τα κρυφά νοηματικά περάσματα είναι καλυμμένα με τα πιο ποιοτικά υφάσματα…

Ένας από τους λόγους που ο Πολ Τόμας Άντερσον βγαίνει θριαμβευτής με την 8η ταινία του, είναι ο περίτεχνα γραμμικός τρόπος με τον οποίο κατασκευάζει ένα αψεγάδιαστο μα καθόλα δυσοίωνο ψυχογράφημα αυτοκυριαρχίας και επιβολής. Ο PTA αφηγείται με αυτοσυγκράτηση μια ταινία εποχής για τον κόσμο της μόδας στο Λονδίνο της δεκαετίας του ‘50, που σε άλλα χέρια θα ήταν αφορμή για να ικανοποιήσουν τα υγρά τους όνειρα οι ενδυματολόγοι που θέλουν να βουτήξουν στους κορσέδες και τα τούλια, με «ρομαντικές» ιστορίες που πνίγονται στον ακαδημαϊσμό και ερμηνείες (βραβευμένες οι περισσότερες) που δεν μπορούν να ξεφύγουν από την «θεατρίζουσα» πόζα. Όμως ο Άντερσον αδιαφορεί για το παρασκήνιο της ακριβής κοπτοραπτικής και εστιάζει αλλού το ενδιαφέρον του. Πού ακριβώς όμως;

49n_2.jpg

Ο σκηνοθέτης αναζητάει αυτό που κάνει τους ανθρώπους να ξεφορτωθούν τα βαρίδια περασμένων ζωών και να επιβληθούν στα πάθη του παρόντος. Είναι πολλές οι λεπτομέρειες που θα πρέπει να αναλογιστεί κάποιος ώστε να μπορέσει να εκτιμήσει την ταινία στην ολότητά της. Στο “Phantom Thread”, η παρακμή είναι βραδύκαυστη και προκαλείται από απραγματοποίητους πόθους και ανίκητες ανάγκες. Επιπλέον, το στυλιζάρισμα πατάει στις μύτες, σε μια ψιθυριστή, υπνωτική σχεδόν αφήγηση και σε ένα άβολο αίσθημα ιδιωτικότητας. Αυτό υπογραμμίζεται με την παρατήρηση του κάδρου, τη συνωμοτική γλώσσα του σώματος και το ηχητικό μιξάζ που συλλέγει λόγια από τα σημεία που δεν εξελίσσεται η δράση – μια τεχνική που ο Άντερσον έμαθε από τον μέντορά του, Ρόμπερτ Άλτμαν. Όλες οι πραγματικές εκρήξεις συμβαίνουν εκτός κάδρου. Η αλαζονικές συμπεριφορές και οι μικρές ψυχολογικές πτώσεις, αφήνουν μόνο απόηχους. Το ίδιο και οι ενδόμυχες σκέψεις του ήρωα. Το φιλμ είναι γεμάτο με ερωτήματα-νάρκες και ιδέες που δύσκολα αφομοιώνονται με την πρώτη θέαση. Ίσως αυτός ο υψηλός δείκτης απαιτήσεων και υπαινιγμού ιδεών να αποδειχθεί ο λόγος που η ταινία θα σκοντάψει στη συνείδηση του μέσου θεατή και της Ακαδημίας των Όσκαρ, παρά τις 6 υποψηφιότητες.

49n_3.jpg

Ο κύριος Γούντκοκ ζει κάτω από την επιτήρηση της αδελφής του και παλεύει με τα φαντάσματα της μνήμης, μέσα σε έναν αεροστεγώς κλεισμένο κόσμο που έφτιαξε ο ίδιος. Αυτό που αναζητάει στο πρόσωπο κάθε όμορφου μοντέλου, είναι κάτι περισσότερο από συντροφικότητα. Το ζητούμενο δεν είναι καν η εύρεση μιας Μούσας. Βλέπουμε τον περιζήτητο ράφτη να τρέχει για να γλυτώσει από τους δαίμονές της κοσμικής πραγματικότητας και η αόρατη κλωστή του τέλειου φορέματος του δείχνει τον προορισμό. Όμως αδυνατεί να ξεφύγει από το τελεσίδικο πεπρωμένο. Ο Ντάνιελ Ντέι Λούις βρίσκεται σε σπάνια ερμηνευτική κορύφωση, με τον τρόπο που κρύφτηκε ολόκληρος κάτω από το δέρμα του ήρωά του. Τι υπέροχη αυλαία σε μια τόσο αξιοθαύμαστη φιλμογραφία χωρίς «λίπος» και άστοχες επιλογές.

Το “Phantom Thread” είναι ένα κονσέρτο δωματίου με τρία έγχορδα. Μπορεί κάποιος να δει τα ψυχαναλυτικά-φροϊδικά υποστρώματα του τριγώνου χαρακτήρων. Κάποιος άλλος μπορεί να δει μια ρομαντική ιστορία (όσοι δεν βλέπουν το “Vertigo” του Χίτσκοκ ως θρίλερ αλλά ως μια ρομαντική ταινία). H τελική ενδοφλέβια ένεση του σκηνοθέτη στον ψυχαναλυτικό κορμό του σεναρίου είναι το «δείπνο αγάπης», ένα παράδοξα πορνοδιαστροφικό rosebud και ταυτόχρονα ένας συμβολισμός του αέναου βασανισμού του ήρωα που θα παραμείνει για πάντα χαμένη ψυχή, αλλά ίσως να βρήκε πια την ευτυχία και να νιώθει άνετα πια μέσα στα καλοραμμένα ρούχα του. Αν αυτός νιώθει ευτυχής όταν φτάνει μια μπουκιά πριν τον θάνατο, τότε ποιος μπορεί να τον διαψεύσει;

49n_4.JPG

Posted in Cinema | Leave a comment