Album of the Week #171

Matthew Dear

Bunny

«I make music strictly for people who like my music», λέει το tweet που έχει καρφιτσωμένο στο προφίλ του ο Matthew Dear.

Χμ… Πρόβλημα.

Αν κάνεις μουσική μόνο για ανθρώπους που είναι «μαθημένοι» να τους αρέσει εκ των προτέρων αυτό που θα τους δώσεις, δεν υπάρχει περιθώριο για περιπέτεια, για ουσιαστικό ρίσκο. Ο επιτηδευμένος cold electro αντικομφορμισμός, δεν αρκεί. Τουλάχιστον όχι σε εμάς που χρειαζόμαστε καλούς λόγους για να μας αρέσει κάτι και δεν μας οδηγεί η άτιμη η κεκτημένη.

Ο συμπαθέστατος Matthew Dear είναι ταγμένος στις λατρείες του. Δεν έκρυψε ποτέ ότι θα ήθελε να σφουγγαρίζει τα πατώματα του στούντιο όπου ο Brian Eno και ο David Byrne δούλευαν το My Life In The Bush Of Ghosts (1981) ή ότι θα έδινε τα πάντα να κουβαλάει την τσάντα του David Bowie στη βερολινέζικη περίοδο του Low (1977). Πάνω σε αυτήν τη δημιουργική ονειροπόληση έχει φτιαχτεί ο κάθε δίσκος που έχει κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα. Καθένας τους, μάλιστα, απαντούσε σε κάποιο ερώτημα για τον λόγο που ηχογραφήθηκε –υπήρχε δηλαδή κάθε φορά ένα καλλιτεχνικό κίνητρο, αλλά και μια συνέχεια. Το Bunny, όμως, δεν μπορεί απαντήσει πουθενά· παρά μόνο σε εκείνους που αγαπούν τη μουσική του Matthew Dear χωρίς να έχουν απαιτήσεις.

O Αμερικάνος avant-pop παραγωγός και DJ, παρουσιάζεται σαν γαλαξιακός crooner στο “Calling”. Εμφανίζεται σαν στιλιζαρισμένος παραγωγός που λατρεύει τους νεορομαντικούς στο “Modafini Blues”. Στο “What You Don’t Know”, πάλι, τραγουδάει σαν σύγχρονο cyborg, το οποίο κατεβαίνει από το υπέρκομψο διαστημόπλοιό του. Στο “Moving Man” ακούγεται σαν να παλεύει μπλεγμένος σε φωσφοριζέ ηλεκτρόδια. Στο “Kiss Me Forever” παίζει στο sampler του με ψυχεδελικούς ήχους, σαν performer που διακατέχεται από ενθουσιασμό για τη δημιουργία του –για μια νηπιακή ιδέα, η οποία στα δικά του αυτιά ακούγεται χάρμα.

Αλλά όλα αυτά δεν μετασχηματίζονται ποτέ σε κάτι ουσιαστικό. Έρχονται λίγο αργότερα και οι μονότονοι, άγαρμποι ρυθμοί του “Can You Rush Them”, μαζί και κάτι θορυβώδη instrumental (όπως το “Duke Of Dens”), και σε κρατούν ακόμη πιο μακριά απ’ τον δίσκο. Πρόκειται για κομμάτια που εξαϋλώνονται άδοξα και σιωπηρά μετά την ακρόασή τους.

Είναι δύσκολο να σχηματίσει κανείς μια κανονικότητα στο μυαλό του (για την καρδιά του, ούτε λόγος) ή έστω να πιαστεί από ένα νήμα για να βρει τον δρόμο στα τραχιά μονοπάτια του Bunny. Εκτός, είπαμε, αν τους αρέσει ο δίσκος προτού τον ακούσουν, γιατί ανήκει στον Matthew Dear. Τα πράγματα γίνονται λίγο καλύτερα όταν στα φωνητικά βρίσκονται τα κορίτσια των Tegan And Sara. Τουλάχιστον αυτές δίνουν ένα synth-pop όραμα μέσα στα ακανόνιστα samples και τα ανισοβαρή ηχητικά εφέ. Πραγματικά, όμως, αισθάνεσαι ότι ξαφνικά έκλεισε η στρόφιγγα των ιδεών για τον Matthew Dear στον 6ο του δίσκο. Πώς να το κάνουμε, δεν αρκεί να ακούγεσαι χαριτωμένα quirky (“Bunny’s Dream”) ή ηλεκτρονικά προοδευτικός για να υπηρετήσεις ένα στυλ και μόνο (“Before I Go”).

Ελπίζω στο επόμενο βήμα του να προσπαθήσει να κερδίσει ακροατές, αντί να ταΐζει τους ήδη κερδισμένους fans από τα έτοιμα.

Από το Avopolis

About InfluencesOnly

a television version of a person with a broken heart
This entry was posted in Music. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.