Album of the Week #14

 

The War On Drugs

Lost in the Dream

wodlp3.11298covertext

Στο καταπληκτικό του βιβλίο «Retromania: Pop Culture’s Addiction to its Own Past», ο σπουδαίος μουσικογραφιάς Simon Reynolds εισήγαγε έναν νέο μουσικό όρο: το ‘record collection rock‘. Σαν παραδείγματα γι’ αυτό το case study χρησιμοποιούσε μπάντες όπως τους Spacemen 3, τους Primal Scream και τους Strokes, αλλά κάτω από αυτή την ομπρέλα χωράνε αμέτρητα ροκ συγκροτήματα της τελευταίας εικοσαετίας. Ο όρος αφορά συγκροτήματα που κληρονόμησαν μια μουσική κληρονομιά 30 και πλέων ετών και η εξοντωτική ακρόαση των δίσκων που αγόραζαν τους οδήγησε να γίνουν οι ίδιοι μουσικοί και έχει ποτίσει την ιδιοσυγκρασία τους, πράγμα που τους ωθεί να εξαπολύσουν στα τραγούδια τους όχι μια ρηξικέλευθη φωνή αλλά ένα υποσυνείδητο rock nostalgia. Όμως υπάρχει μια σημαντική λεπτομέρεια, ο όρος ‘record collection rock’ δεν αφορά μόνο στο νήμα που είναι οδηγός στο δενδρόγραμμα με τους μουσικούς προγόνους της μπάντας, ούτε στο αν δουλεύουν πάνω σε καλοχωνεμένες επιρροές για να χτίσουν ένα πλαίσιο τραγουδιών που «ακούγονται οικεία». Αφορά περισσότερο στις περιπτώσεις που οι μουσικές γνώσεις του ακροατή για τις αναφορές του συγκροτήματος είναι αναπόσπαστο κομμάτι για την εκτίμηση και την απόλαυση του album. Εδώ έχουμε ένα μοντέρνα εκτελεσμένο, πλήρες σε διάρκεια και χυμούς album παλιάς κοπής με πληθώρα λατρεμένων αναφορών. “Win-Win situation” δηλαδή.

Όμως ας τα πάρουμε από την αρχή.

Το Lost in the Dream είναι η καινούρια δουλειά των War On Drugs, το τρίτο από την εποχή που έφυγε ο Kurt Vile και που ο Adam Granduciel έχει αναλάβει πλέον ηγετική θέση. Όμως όσο απολαυστικά κι αν είναι τα δέκα νέα τραγούδια τους, φοβάμαι ότι αρχίζουν να αντιλαμβάνονται την πρωτοτυπία ως αντιπρότυπο, και δεν εννοώ τις σκόρπιες επιρροές που συμβαίνουν σε όλα ανεξαίρετος τα ροκ album , αλλά τις ευθεία μετωπικές αναφορές που ωθούν τον ακροατή σε συγκεκριμένο λήμμα της δισκοθήκης για να βρει το τάδε σιγκλάκι του Tom Petty από το 1979 ή το δείνα χαμένο τραγούδι του Don Henley από το 1984.

Πιο συγκεκριμένα, το “Under the Pressure” αναβιώνει το πνεύμα της τελευταίας περιόδου των Eagles, το “Red Eyes” στοιχειώνει η ευοίωνη μελαγχολία των Fleetwood Mac, ο Neil Young σε όλη τη μεγαλοπρέπεια της raged glory του σε πειραγμένους μοτορικούς ρυθμούς έχει τα κλειδιά του “An Ocean in Between the Waves”, η Americana του John Mellencamp βρίσκει το δρόμο της στο Sufferong, ο Don Henley στα πιο μελαγχολικά του οικειοποιείται το “Disappearing”, το “Eyes to the Wind” κοιτάζει τα ανοιχτά highways με τα μάτια του Jackson Browne και με κρυφοκοιτάγματα στο γραπτό του Lindsey Buckingham απ΄ το μπροστινό θρανίο, το “Burning” είναι το καλύτερο τραγούδι που δεν έγραψε ποτέ ο Springsteen όταν έκανε περιοδεία για το Darkness In The Edge Of Town, το “In Reverse” συλλαμβάνει τον τρόπο που ο Tom Petty και οι Heartbreakers γράφουν για μοναχικά καλοκαιρινά βράδια σε μικρή πόλη και το πνεύμα του Dylan -της δεκαετίας του 80 με τον Lanois- κατσικώνεται στο “Lost In The Dream”. Πετρώδεις αναφορές, καμωμένες με αγάπη σε ένα studio με πόστερ από ξεχαρβαλωμένες ροκ φιγούρες, προορισμένες ιδανικά σε εξειδικευμένους στα rock trivia ακροατές που θα τσακώνονται για τη πατρότητα σε κάθε riff που εντόπισαν. Το ζήτημα όμως είναι ότι δεν πρόκειται για ένα φεστιβάλ μνήμης, ούτε για το πνεύμα που μεταλαμπαδεύεται σαν την προφορική παράδοση.

Το Lost in the Dream είναι αναμφισβήτητα καλό album. Κάθε απόπειρα αποδόμησης της ποιότητας του «τοίχου» από guitar noise που έχτισε η μπάντα και υποτίμησης της αξίας της dreamy rock σκόνης που σηκώνουν τα τραγούδια πέφτει στο κενό καθώς η ποιότητα στην εκτέλεση είναι αφοπλιστική. Το συγκρότημα έχει την εγγενή ικανότητα να αγγίζει και να επικοινωνεί τα φαντάσματα της «δισκοθήκης», σε απλωμένα σε διάρκεια τραγούδια με ύπουλης δυναμικής- κλιμάκωση, με τσίτα τεντωμένους τους χρόνους των κουπλέ. Μια γνήσια κιθαριστική αυτοψία των ροκ αρχέτυπων του 70 και του 80.

Όμως δεν μπορώ να ξεφύγω από το αξίωμα του Reynolds που δίνει πάτημα για μια πιο μετρημένη και ψύχραιμη ανάλυση του δίσκου και ακόμα περισσότερο των ακροατών που απευθύνεται. Αυτών που στα στάζει μέλι το στόμα τους μέσα στην αυτοματοποιημένη ντελιριακή αποθέωση των indie ηρώων, και του μουσικού τύπου που υποκλίνεται. Ο έχων λοιπόν τους περισσότερους ροκ δίσκους θα έχει τα περισσότερα εφόδια να εισχωρήσει στο υπόστρωμα του δίσκου…  Αυτό το τελευταίο μου ακούγεται ελιτίστικο και καθόλου καλό. Από την άλλη ίσως λειτουργήσει σαν πηγή αναφορών για τους νεότερους ακροατές. Όμως αυτός που «κατέχει» ή θέλγεται να ανακαλύψει το ροκ συντακτικό που χρησιμοποίησαν οι War On Drugs, γιατί να σταθεί εδώ και να μην ανατρέξει στη σιγουριά των αυθεντικών; Σύμφωνα με αυτά τα δυο τελευταία συμπεράσματα, τελικά μάλλον πρόκειται για “Lose-Lose situation”, που όμως περνάς τόσο υπέροχα που ίσως δεν θα’ πρεπε να σε νοιάζει και να πρέπει να «χαθείς στο όνειρο». Η υπερανάλυση σκοτώνει την απόλαυση της στιγμής. Όμως η ποιότητα ενός ροκ δίσκου δεν είναι υπόθεση στιγμής αλλά έχει σαν βάση τη διαχρονικότητα και την αυθεντικότητα.

Δεν ξέρω, μπερδεύτηκα πάλι…

 

About InfluencesOnly

a television version of a person with a broken heart
This entry was posted in Music. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s