Απολογισμοί

Γιατί πρέπει να μοιάσουμε στον Ρέντφορντ και όχι στον Ίστγουντ.

Οι απολογισμοί μιας ολόκληρης ζωής έχουν μερικά κοινά με τους μικρότερους, ετήσιους απολογισμούς της πρωτοχρονιάς. Η διαφορά είναι ότι στα ανώφελα new year’s resolutions έχεις την ψευδαίσθηση ότι θα έχεις την ευκαιρία να τα κάνεις όλα καλύτερα στους επόμενους 12 μήνες. Όταν είσαι στη δύση της ζωής σου, γνωρίζεις ότι οι μεγάλες αποφάσεις έχουν παρθεί. Το bucket list έμεινε άδειο για όσους τόλμησαν ή γεμάτο για όσους έζησαν μέσα στα απωθημένα.

Προσωπικά, μόνο μέσα από το σινεμά και τη μουσική έχω μάθει να επικοινωνώ καλά. Με μια κινηματογραφική αναφορά λοιπόν, θα κάνω ένα σύνθετο resolution που λειτουργεί για κάθε πρωτοχρονιά και για κάθε απολογισμό ζωής. Φέτος, δυο παλαίμαχοι του Χόλιγουντ (τόσο παλιοί που θαρρείς ότι κάνουν ταινίες απ’ τον Μεσαίωνα) μας έδωσαν από έναν “τελευταίο ρόλο”. Δυο ταινίες για δυο ηλικιωμένα κινηματογραφικά icons που άτυπα ρίχνουν αυλαία στις καριέρες τους και διαβάζονται σαν farewell – ακόμη κι αν επιστρέψουν με κάτι καινούριο στο μέλλον.

 

Ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ στο «The Old Man & the Gun» υποδύεται έναν ευγενικό και χαμογελαστό ληστή. Πρόκειται για έναν ρομαντικό παράνομο με χρυσή καρδιά, που τα έκανε θάλασσα στην προσωπική του ζωή, αλλά συνέχισε να κλέβει τράπεζες γιατί ήταν κάτι που τον κρατούσε ζωντανό και γιατί δεν έμαθε να κάνει τίποτε άλλο.

Ο Κλιντ Ίστγουντ στο «The Mule» υποδύεται έναν βετεράνο στρατιωτικό που αναλαμβάνει να γίνει βαποράκι υπεράνω υποψίας που μεταφέρει εμπόρευμα με το φορτηγό του για ένα καρτέλ κοκαΐνης. Πρόκειται για έναν παράνομο που περιφρονεί τον κόσμο, που τα έκανε θάλασσα στην προσωπική του ζωή, αλλά συνέχισε να κάνει μια παράνομη δουλειά για να μη χρειαστεί να συνδεθεί ποτέ με άλλους ανθρώπους.

 

Ο Ρέντφορντ στα 82 του, έχει το τρυφερό βλέμμα που διαθέτουν όσοι δεν υπήρξαν σκατόψυχοι στα νιάτα τους.

Ο Ίστγουντ στα 88 του, έχει το βλέμμα περιφρόνησης που διαθέτουν όσοι δεν έχουν αγαπηθεί.

 

Ο Ρέντφορντ στο «The Old Man & the Gun» ψάχνει να επικοινωνήσει με μια αγνή καρδιά που θα συντονιστεί με τους δικούς του παλμούς.

Ο Ίστγουντ «The Mule» αντιλαμβάνεται τους ανθρώπους σαν βαρίδια, νομίζει ότι όλοι πρέπει να τον ευγνωμονούν που τους αφήνει να μοιράζονται μαζί του το οξυγόνο.

 

Ο Ρέντφορντ στο «The Old Man & the Gun» δεν έχει πατρικές συμβουλές να δώσει, δεν νιώθει δυνατός άνδρας, δεν νιώθει περήφανος πατριώτης, δεν αισθάνεται ότι ξέρει να διαχωρίζει το δίκαιο με το άδικο.

Ο Ίστγουντ «The Mule» υπακούει σε ηθικούς νόμους που έχει φτιάξει ο ίδιος και έχει μπόλικες συμβουλές να χαρίσει (πάντα με μια δόση macho νταλκά).

 

Ο Ρέντφορντ στο «The Old Man & the Gun» είναι ένας λευκός άνδρας που δεν αψηφά το κοινωνικό σύστημα, τους θεσμούς του κράτους ή τις μειονότητες. Ο κόσμος μπορεί να αλλάζει γύρω του, όπως άλλαζε την εποχή που αυτός ήταν νέος.

Ο Ίστγουντ «The Mule» είναι ένας λευκός άνδρας που το κοινωνικό σύστημα τον ξεβολεύει, οι γραπτοί νόμοι είναι εμπόδιο, ο κόσμος αλλάζει ερήμην του και δεν καταλαβαίνει γιατί χάθηκαν οι παλιές καλές μέρες (ειδικά όταν κοιτάζει μια συμμορία από λεσβίες γυναίκες σε μηχανές)

 

Τον Ρέντφορντ στο «The Old Man & the Gun» τον κυνηγάει ένας αστυνομικός που τον σέβεται. Ένας μάλλον βαρετός άνθρωπος που θα συνεχίσει την βαρετή ζωή του (Κέισι Άφλεκ). Ένας χαλαρός τύπος που δεν νιώθει ήρωας και φροντίζει την οικογένειά του χωρίς παλικαριές και αυταπάρνηση για το ιερό καθήκον.

Τον Ίστγουντ στο «The Mule» τον κυνηγάει ο κύριος Λευκή Αμερική (Μράντλει Κούπερ). Ο διάδοχος του σοφού σκληρού γέρου που έχει αρχές γιατί ξέρει να σέβεται τους βετεράνους. Ο πρώην πρωταθλητής στο Football κολεγίου με το σύνδρομο του Κάπτεν Αμέρικα, που νομίζει ότι αποτυχία ζωής είναι να ξεχνάς την επέτειο γάμου σου (επειδή οι γυναίκες τα θέλουν αυτά).

 

Στο μέτριο συνολικά «The Old Man & the Gun» υπάρχουν άνθρωποι με ιστορίες (όπως ο Τομ Γουέιτς), ωραία νοσταλγία και μικρές κινηματογραφικές αναφορές για να χαμογελάς για ώρες μετά τη θέαση.

Στο μέτριο συνολικά «The Mule», υπάρχει η νοικοκυρά σύζυγος που έκανε υπομονή, η στερεοτυπική κόρη που ήθελε τον μπαμπά παρών στο γάμο της, ώστε να είναι η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωή της (!) και οι Λατίνοι ναρκέμποροι είναι γεμάτοι απειλητικά τατουάζ, κοιτάζουν βλοσυρά και εξαπολύουν μόνο «cabrón» και «puta».

 

Εύχομαι σε κάθε απολογισμό χρονιάς (ή ζωής) να έχουμε το γήινο, γεμάτο κατανόηση και χιούμορ βλέμμα του Ρέντφορντ, που παρά τις χαμένες μάχες έμεινε καθαρό. Εύχομαι να μην καταλήξουμε με το σκληροτράχηλο και σας-φτύνω-στη-μούρη ύφος του Ίστγουντ. Να κρατήσουμε τα βιώματά μας για όσους μας αγαπούν, χωρίς διδάγματα και ανάγκη επιβεβαίωσης και να μη μοιράζουμε τριγύρω τη λαϊκή σοφία του γέρου που «δε μασάει».

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #173

Mitski

Be The Cowboy

Είναι περισσότερο με το φετινό της άλμπουμ, παρά με το Puberty 2 (2016), που η Mitski δείχνει ότι, αρκετά νωρίς στην καριέρα της, έχει κατακτήσει ένα υψηλό επίπεδο καλλιτεχνικής ειλικρίνειας, αλλά και μια μελωδική ψυχραιμία.

Η ποιότητα των τραγουδιών της έχει να κάνει με την ιδιαίτερα στενή της σχέση με τις αρμονίεςμε τον μορφωμένο φεμινισμό στο υπόβαθρο (χωρίς το manual της πολιτικής ορθότητας) και με το βιωματικό στοιχείο (χωρίς υπερβολές και μανίες). Το υλικό της προκύπτει φτιαγμένο από αέρινα συστατικά, τα οποία στον πυρήνα τους διαθέτουν εξαιρετικές ιδέες· από αυτές που όσοι indie darlings μεγάλωσαν με τη μουσική που βγήκε μετά το 2000, θα σκότωναν να έχουν.

Έξυπνη, καλόγουστη και «κατεστραμμένη» με έναν οικείο και ενδιαφέρον τρόπο, η Mitski εκφράζει τον γοητευτικό της κυνισμό μέσα από αφηγήσεις για συναισθηματικά δυσλειτουργικές φιγούρες, ενώ τα περιπετειώδη πλήκτρα μαίνονται τριγύρω. Στην ουσία δημιουργεί δικούς της χαρακτήρες, σαν σεναριογράφος που υπογράφει τηλεοπτικούς πιλότους για το ΗΒΟ με hip, αυτοκαταστροφικούς χαρακτήρες στις μεγαλουπόλεις.

Η παράξενη τραγουδοποιός παίζει έξυπνα με τη μάτσο μυθολογία των «ισχυρών» και διαθέτει τον σαρκασμό που έχουν όλοι όσοι διαβαίνουν περήφανα τον μονόδρομο της μοναξιάς. Κάτι που φαίνεται σε στιγμές όπως το “Me Αnd My Husband” ή το “Why Didn’t You Stop Me?”, που αποτελούν σχόλιο για εσωστρεφείς ανθρώπους, οι οποίοι νιώθουν μόνοι παρά τις ερωτικές τους σχέσεις (ειδικά μέσα σε εκείνες). Στο “Nobody”, πάλι, αλλά και στο “Pink Ιn Τhe Night”, φαίνεται να ανήκει στους μουσικούς στους οποίους αρκεί μία synth πλάτη για να νιώσουν ότι αφηγούνται τις αλήθειες μίας ζωής.

Το Be The Cowboy διαθέτει επικά μελοδράματα που χωράνε σε τραγούδια-μινιατούρες, για να μπορείς να τα ακούς στις προσωπικές σου στιγμές, μέσα στο ασφαλές κουκλόσπιτό σου, τότε που παίρνουν το πάνω χέρι οι ανασφάλειες και οι στεναγμοί. Πρόκειται στ’ αλήθεια για μια περήφανη στιγμή της σύγχρονης ανεξάρτητης pop, η οποία μαστίζεται από πυροτεχνήματα και κούφιες υποσχέσεις. Η Mitski έχει ικανότητα στην αφήγηση, παίζει στα δάχτυλα τους κανόνες της μετρονομίας και στο τέλος βγαίνει σπαθί προς τα έξω. Είναι σίγουρο ότι θα έχει μέλλον.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Springsteen on Broadway

Αποτέλεσμα εικόνας για Springsteen On Broadway

Η τρυφερή βραχνάδα του Σπρίνγκστιν είναι μία από τις ψηλότερες βουνοκορφές στην οροσειρά της Αμερικάνικης μουσικής ιστορίας. Όπως η τρομπέτα του Μάιλς Ντέιβις, τα γυαλιά του Ρόι Όρμπισον, τα «Good-God» αγκομαχητά του Τζέιμς Μπράουν, τα «whoοo» του Μάρβιν Γκέι, η μοναξιά του Χανκ Γουίλιαμς και τα μαύρα ρούχα του Τζόνι Κας.

H παράσταση στο Broadway πιάνει απ’ την αρχή το νήμα μιας μακράς πορείας, που ξεκινά απ’ τη γενέτειρα του Νιού Τζέρσεϊ. Ο Μπρους τραγουδάει και αφηγείται κοιτώντας το κοινό στα μάτια επειδή το έχει κερδίσει. Έχει κορώνα στο κεφάλι του ότι δεν πρόδωσε ποτέ το κοινό και τις ιδέες του. Η ειλικρίνειά του είναι που έχει συγκεντρώσει μια τεράστια κοινότητα πιστών που πίνουν νερό στο όνομα του.

Τον Σπρίνγκστιν όμως δεν τον αφορά η ανακύκλωση της μυθολογίας του. Εκεί που οι συνομήλικοι του ξεκινούν παγκόσμιες γιγαντοπεριοδείες  για να διαμένουν σε σουίτες με μια συνεχή πόζα μεγαλοαστερισμού, ο ίδιος οργώνει ακόμη τη σκηνή με τα «σωτήρια» τραγούδια που θα ξορκίσουν την ακανθώδη μνήμη των εκλιπόντων της E Street band οικογένειας. Πρέπει να ξέρεις από χαμένες μάχες για να τραγουδάς αληθινά και πρέπει να έχεις συνηθίσει την απόρριψη για να έχεις αυτοπεποίθηση στο μικρόφωνο.

Ο Μπρους με εργαλείο μια κιθάρα, μαζί με την φυσαρμόνικα και το πιάνο, επιφυλάσσει από μια συναισθηματική κορύφωση σε κάθε τραγούδι. Φέρνει στο νου τις εποχές που ένοιωθε «γεννημένος να τρέχει», μιλάει για τους γονείς του, για τη σύντροφό του και για την πρώτη φορά που αφέθηκε στη μοίρα των ανοιχτών αυτοκινητόδρομων, ως μοναδική φυγή από την κινούμενη άμμο της επαρχιακής σκατούπολης. Θυμάται πως απεγκλωβίστηκε απ’ τα country/rock στερεότυπα για να γίνει κοινωνός των φόβων και των ενοχών της εργατικής τάξης: τότε δηλαδή που μίλησε για προδομένους βετεράνους, για ερειπωμένα εργοστάσια, για πολιτείες φαντάσματα, για τις αυταπάτες του πατριωτισμού, για «όνειρα» και «υποσχέσεις». Πάντα με γήινο συναισθηματισμό που κερδίζει και τον πιο αμύητο ακροατή.

To Springsteen on Broadway είναι αντίδοτο στην τοξικότητα των ημερών και φωνή πολιτισμού μέσα στις απαιτήσεις της ψηφιακής εποχής και των κανιβαλιστικών της αναγκών.

Ευχαριστούμε αφεντικό.

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #172

Paul Weller

True Meanings

Αποτέλεσμα εικόνας για Paul Weller True Meanings

Δεν χωράει αμφιβολία πως μόνο «αληθινά νοήματα» μας έχει χαρίσει ο γνήσιος mod πατέρας, καθόλη τη μακρά καριέρα του. Όμως, τα τελευταία 10 χρόνια (από το 22 Dreams του 2008) αυτός ο διαβολεμένα όμορφος τραγουδοποιός μας έχει χαρίσει κι ένα ανίκητο σερί υπέροχων δίσκων.

Στο True Meanings, ο Paul Weller συνεχίζει να αποπνέει ζωντάνια και μια ζωτική ανάγκη για περιπέτεια. Τα τραγούδια του βάζουν κάτω εκατό φιλόδοξους τροβαδούρους· από εκείνους που αποσπούν για κάποιον λόγο τους διθυράμβους του μουσικού Τύπου και ποζάρουν με στόμφο, με την κιθάρα να κρέμεται ριχτή στον ώμο. Όμως ο Weller δεν έχει χρόνο για πόζα και ανοησίες. Σαν να έχει νικήσει τον χρόνο και, απαλλαγμένος πια από αυτό το άγχος, εξακολουθεί να ηχογραφεί μικρά θαύματα, παραμένοντας ανήσυχος.

Δεν υπάρχει νοσταλγία για τις χαμένες πατρίδες του κλασικού Songbook εδώ. Πρόκειται άλλωστε για έναν καλλιτέχνη που δεν έχει πλέον κολλήματα αναβίωσης, ούτε κόλλημα με την παράδοση –ούτε με τίποτα γενικά. Ο κύριος Weller κάνει άνετα σλάλομ ανάμεσα στο pub rock και στην ακουστική ψυχεδέλεια και ακροβατεί ανάμεσα στη folk που αναβλύζει «βρετανίλα» και στη soul του αμερικάνικου νότου. Η μουσική του παλέτα δεν ήταν τόσο παλλόμενη ούτε στα χρόνια της χυμώδους, νεανικής πώρωσης των Jam, ούτε καν στις soul περιπέτειες των Style Council.

Προσέξτε τα έγχορδα του “Old Castles”, τα οποία σε κόβουν σαν βούτυρο ή τη βελούδινη μελωδικότητα του “Aspects”, που σε αναγκάζει να κλείσεις τα μάτια για να την εισπνεύσεις. Προσέξτε επίσης τη ζεστασιά του “Gravity”, το οποίο φέρνει στο μυαλό τον Richard Hawley (αλλά χωρίς την αυτερέσκεια) ή του “Wishing Well”, που θυμίζει Nick Drake (αλλά χωρίς την αυτολύπηση). Προσέξτε ακόμη τον τρυφερό φόρο τιμής “Bowie” («we all have to go, but letting go is thanking you»).

Δεν μπορώ να φανταστώ εύκολα άλλο παράδειγμα εκτοπίσματος σαν αυτό που παρουσιάζει ο Weller την τελευταία δεκαετία. Αναφέρομαι στην ειλικρίνειαστον ξάστερο λόγο και στη μελωδική ψυχραιμία. Στο True Meanings ερχόμαστε αντιμέτωποι με εκείνη την ατόφια μελωδικότητα που σε κάνει να νιώθεις ασφάλεια, μαζί με μια περήφανη βρετανικότητα την οποία ο Weller πάντα κουβαλάει. Η φόρμα του δίσκου είναι απαλή, η θερμοκρασία του είναι ρυθμισμένη σε ένταση «δωματίου» και οι προθέσεις του φωνάζουν για «αγκαλιά», χωρίς όμως ίχνος έντεχνης τρυφερότητας στο υπόστρωμα.

Τα νέα τραγούδια του Weller είναι λοιπόν ποτισμένα με την κληρονομιά που τον έθρεψε, ενώ ταυτόχρονα ακούγονται ποικίλα και μοντέρνα. Ωραία γήινη μουσική, για καθημερινούς φθαρτούς (ή φθαρμένους) ανθρώπους.

Από το Avopolis

 

Posted in Music | Leave a comment

They’ll Love Me When I’m Dead

Αποτέλεσμα εικόνας για the other side of the wind

Το passion project που βασάνιζε τον Όρσον Γουέλς για πολλά χρόνια στα 70’s, ολοκληρώθηκε με τη χρηματοδότηση του Netflix και με τη συνεργασία μιας ομάδας ανθρώπων που δούλεψαν για το χαμένο έργο του σκηνοθέτη. Το “The Other Side Of The Wind” είναι πλέον ολοκληρωμένο, διαθέσιμο και… απαίσιο. Ένα κακό χάλι που βαράει όπου φυσάει ο άνεμος.

Ταυτόχρονα κυκλοφόρησε το ντοκιμαντέρ “They’ll Love Me When I’m Dead”, το οποίο είναι συγκλονιστικό και ανήκει στα καλύτερα όλων των εποχών του είδους (μαζί με το “Hearts Of Darkness” και το “Lost In La Mancha”). Αυτό είναι κάτι που μας διδάσκει εδώ και δεκαετίες ο κινηματογράφος: ακόμη κι αν το blueprint, τα εργαλεία, οι σαφείς οδηγίες και τα υλικά, μπουν σε μια σειρά, μόνο το χέρι του auteur μπορεί να τα συνδέσει αρμονικά. Για κάποιον σχεδόν μεταφυσικό λόγο το σινεμά υπακούει μόνο στον δημιουργό του, ο οποίος συνήθως γελάει με τους αναλυτές και τους βιογράφους που νομίζουν ότι ξέρουν καλύτερα. Ακόμη και αν στρατιές επαγγελματιών με τις καλύτερες προθέσεις αφιερώσουν ατελείωτες εργατοώρες στην αναπαράσταση, η ταινία μοντάρεται από τον εμπνευστή της. Ακόμη κι όταν ο ίδιος πολεμάει τις Ερινύες του, όταν χάνεται σε συμπλέγματα μεγαλομανίας ή όταν παρασύρεται από αυτοαναφορικές τάσεις.

Αποτέλεσμα εικόνας για the other side of the wind

Η ιστορία πίσω από την ταινία «είναι» η ταινία. Η αποτυχία της «είναι» η επιτυχία της. Ο προδιαγεραμμένος θάνατος του project είναι μέρος της αφήγησης και η μάχη για την ολοκλήρωση είναι το καύσιμο για την διαδικασία. Οι ταινίες της κατηγορίας «Greatest Movie Never Made» (όπως το Napoleon του Κιούμπρικ κ.α.) και τα ιερά δισκοπότηρα των film buffs πρέπει να μένουν στη σφαίρα του μύθου.

Τα πολλαπλά είδωλα των alter ego στην οθόνη τρέφονται από τα αληθινά ego και οι σχέσεις μέντορα με protégé θολώνουν τα όρια ερασιτέχνη και επαγγελματία. Όλα αυτά συνυπάρχουν στην άλλη πλευρά του ανέμου. Όποτε αυτός φυσούσε, μας επέτρεπε κλεφτές ματιές στο έργο του πιο αναρχικού, τολμηρού και αδιαπραγμάτευτα προοδευτικού δημιουργού του περασμένου αιώνα, του μονίμως εξόριστου «Πολίτη Γουέλς».

Αποτέλεσμα εικόνας για the other side of the wind

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #171

Matthew Dear

Bunny

«I make music strictly for people who like my music», λέει το tweet που έχει καρφιτσωμένο στο προφίλ του ο Matthew Dear.

Χμ… Πρόβλημα.

Αν κάνεις μουσική μόνο για ανθρώπους που είναι «μαθημένοι» να τους αρέσει εκ των προτέρων αυτό που θα τους δώσεις, δεν υπάρχει περιθώριο για περιπέτεια, για ουσιαστικό ρίσκο. Ο επιτηδευμένος cold electro αντικομφορμισμός, δεν αρκεί. Τουλάχιστον όχι σε εμάς που χρειαζόμαστε καλούς λόγους για να μας αρέσει κάτι και δεν μας οδηγεί η άτιμη η κεκτημένη.

Ο συμπαθέστατος Matthew Dear είναι ταγμένος στις λατρείες του. Δεν έκρυψε ποτέ ότι θα ήθελε να σφουγγαρίζει τα πατώματα του στούντιο όπου ο Brian Eno και ο David Byrne δούλευαν το My Life In The Bush Of Ghosts (1981) ή ότι θα έδινε τα πάντα να κουβαλάει την τσάντα του David Bowie στη βερολινέζικη περίοδο του Low (1977). Πάνω σε αυτήν τη δημιουργική ονειροπόληση έχει φτιαχτεί ο κάθε δίσκος που έχει κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα. Καθένας τους, μάλιστα, απαντούσε σε κάποιο ερώτημα για τον λόγο που ηχογραφήθηκε –υπήρχε δηλαδή κάθε φορά ένα καλλιτεχνικό κίνητρο, αλλά και μια συνέχεια. Το Bunny, όμως, δεν μπορεί απαντήσει πουθενά· παρά μόνο σε εκείνους που αγαπούν τη μουσική του Matthew Dear χωρίς να έχουν απαιτήσεις.

O Αμερικάνος avant-pop παραγωγός και DJ, παρουσιάζεται σαν γαλαξιακός crooner στο “Calling”. Εμφανίζεται σαν στιλιζαρισμένος παραγωγός που λατρεύει τους νεορομαντικούς στο “Modafini Blues”. Στο “What You Don’t Know”, πάλι, τραγουδάει σαν σύγχρονο cyborg, το οποίο κατεβαίνει από το υπέρκομψο διαστημόπλοιό του. Στο “Moving Man” ακούγεται σαν να παλεύει μπλεγμένος σε φωσφοριζέ ηλεκτρόδια. Στο “Kiss Me Forever” παίζει στο sampler του με ψυχεδελικούς ήχους, σαν performer που διακατέχεται από ενθουσιασμό για τη δημιουργία του –για μια νηπιακή ιδέα, η οποία στα δικά του αυτιά ακούγεται χάρμα.

Αλλά όλα αυτά δεν μετασχηματίζονται ποτέ σε κάτι ουσιαστικό. Έρχονται λίγο αργότερα και οι μονότονοι, άγαρμποι ρυθμοί του “Can You Rush Them”, μαζί και κάτι θορυβώδη instrumental (όπως το “Duke Of Dens”), και σε κρατούν ακόμη πιο μακριά απ’ τον δίσκο. Πρόκειται για κομμάτια που εξαϋλώνονται άδοξα και σιωπηρά μετά την ακρόασή τους.

Είναι δύσκολο να σχηματίσει κανείς μια κανονικότητα στο μυαλό του (για την καρδιά του, ούτε λόγος) ή έστω να πιαστεί από ένα νήμα για να βρει τον δρόμο στα τραχιά μονοπάτια του Bunny. Εκτός, είπαμε, αν τους αρέσει ο δίσκος προτού τον ακούσουν, γιατί ανήκει στον Matthew Dear. Τα πράγματα γίνονται λίγο καλύτερα όταν στα φωνητικά βρίσκονται τα κορίτσια των Tegan And Sara. Τουλάχιστον αυτές δίνουν ένα synth-pop όραμα μέσα στα ακανόνιστα samples και τα ανισοβαρή ηχητικά εφέ. Πραγματικά, όμως, αισθάνεσαι ότι ξαφνικά έκλεισε η στρόφιγγα των ιδεών για τον Matthew Dear στον 6ο του δίσκο. Πώς να το κάνουμε, δεν αρκεί να ακούγεσαι χαριτωμένα quirky (“Bunny’s Dream”) ή ηλεκτρονικά προοδευτικός για να υπηρετήσεις ένα στυλ και μόνο (“Before I Go”).

Ελπίζω στο επόμενο βήμα του να προσπαθήσει να κερδίσει ακροατές, αντί να ταΐζει τους ήδη κερδισμένους fans από τα έτοιμα.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #170

Cypress Hill

Elephants On Acid

Οποιαδήποτε επιστροφή των Cypress Hill, σημαίνει καλά νέα· άλλωστε οι Καλιφορνέζοι δεν μετράνε πολλά στραβοπατήματα στην πολύχρονη καριέρα τους. Πόσο μάλλον όταν έχουν μεσολαβήσει 8 χρόνια από την τελευταία τους δουλειά, αλλά και όταν ο πρωτοπόρος DJ Muggs επιστρέφει στην καρέκλα του παραγωγού.

Η ιδέα του Elephants On Acid ξεκίνησε από ένα όραμα που είχε ο Muggs σε κάποιο δικό του trip, όταν είδε ένα κεφάλι ελέφαντα. Με αυτή την αφορμή, οι Cypress Hill κάνουν μια ωραία βουτιά στους ψυχεδελικούς ήχους της δεκαετίας του 1960 και δοκιμάζουν (άλλη) μια αισθητική εξερεύνηση της κουλτούρας των αιωνίως μαστουρομένων.

Αυτή τη φορά, η μουσική τους προκύπτει αιγυπτιοκεντρική, μπολιασμένη με ανατολίτικο μυστικισμό. Τα δε τραγούδια είναι τίγκα στις ακατάληπτες δοξασίες γύρω από τη θαυματουργή δύναμη της φούντας. Από τις αραβικές ιαχές των μουσικών του δρόμου στο “Band Οf Gypsies” («Hashish, Hashish») τις περιπαικτικές προτροπές να φτιαχτούμε στο “Oh Na Na” και τον ψυχεδελικό αποκρυφισμό του “Jesus Was A Stoner”, παρακολουθούμε ζαλισμένοι τον Muggs να καθοδηγεί τους «φτιαγμένους» ράπερ. Τα σύντομα ιντερλούδια είναι βουτηγμένα στη βρωμιά των beats και λειτουργούν σαν χερούλια για να κρατηθούμε όρθιοι μέσα στην παραζάλη του πηχτού καπνού.

Ήδη από το ντεμπούτο τους (1991), οι Cypress Hill απέφευγαν την αρτηριοσκληρωτική βαρβατίλα και την καγκουριά των ανταγωνιστών τους. Έτσι, έχτισαν με τα χρόνια την εικόνα των ισχυρών μουσικάνθρωπων, που έχουν το δικό τους σύμπαν. Το συγκρότημα παλεύει φιλότιμα να φτάσει κοντά στη νιρβάνα που αναζητά μέσω της συνεχούς κατανάλωσης ινδικής κάνναβης. Οι παράδοξες μελωδίες, οι ελλειπτικοί ρυθμοί και οι βρωμιάρικες πρόζες χτίζουν ένα ασπρόμαυρο σασπένς, το οποίο στάζει ακαθόριστα ζουμιά.

Υπάρχουν ωραία κομμάτια στον δίσκο, όπως το ξεσηκωτικό “Crazy” και το trip hop ταξίδι του “Stairway To Heaven”, με beats τα οποία τρεκλίζουν να σταθούν όρθια μέσα στο ντουμανιασμένο στούντιο με τα γεμάτα τασάκια. Τα φωνητικά του B-Real παραμένουν κοφτερά σαν ξυράφι, αλλά και ζωηρά όσο στην εποχή του “Insane In The Brain” (1993). Γνήσια πωρωμένος και απολαυστικός, ο B-Real παραμένει σπουδαίος ριμαδόρος· πάντα με διεσταλμένες τις κόρες των ματιών πίσω απ’ τα μαύρα γυαλιά, καταφέρνει και δίνει φρέσκο ρυθμό στους τελετουργικούς χορούς.

Έχει όμως δύο ουσιαστικά προβλήματα το άλμπουμ.

Το πρώτο είναι ότι δυστυχώς εδώ δεν υπάρχει ένα ευδιάκριτο hit: κανένα beat δεν θα μείνει διαχρονικό και κανένας ρυθμός δεν θυμίζει τις ένδοξες μέρες του “Hits From The Bong”. Το άλλο πρόβλημα είναι ότι μέσα στα πολύχρωμα trip της παραγωγής, τις ρίμες που ποτίστηκαν στα βαρβιτουρικά, τους θηριώδεις μπάφους που φτιάχνουν την ατμόσφαιρα και τα γυάλινα bong που δίνουν ρυθμό, νιώθεις την ανάγκη να ανοίξεις τα παράθυρα ώστε να ξεμυρίσει το δωμάτιο. Σου αρέσει το Elephants On Acid, αλλά λιγάκι σε μπουχτίζει. Και δεν θες να το επισκεφτείς ξανά σύντομα.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

(Μικρή) Ανασκόπηση

Οι δυο καλύτερες ταινίες του 10μηνου του ’18, είναι το “First Reformed” του Πολ Σρέντερ και το “Ready Player One” του Στίβεν Σπίλμπεργκ, για εντελώς διαφορετικούς λόγους η καθεμία (πιο διαφορετικοί δεν γίνεται).

Πολλοί βαρέθηκαν από τους αργούς ρυθμούς της πρώτης, τους απέτρεψε το βαρύ θέμα και αναρωτιούνταν τι είναι αυτό το Ντράγιερ που ανέφεραν οι αναλύσεις.

Ακόμα περισσότεροι χαρακτήρισαν video game τη δεύτερη, χλεύασαν τα ειδικά εφέ και μίλησαν για “αμερικανιές”, για τα λεφτά του Χόλιγουντ και άλλα τέτοια.

Κρίμα, γιατί κανείς από τους παραπάνω δεν αντιλαμβάνεται σε βάθος (για να αγαπάει ούτε λόγος) το σινεμά.

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #169

Paul McCartney

Egypt Station

Image result for egypt station mccartney

Το καινούριο, 17ο άλμπουμ του Macca (ή το 24ο, ανάλογα με το πώς αντιλαμβάνεστε τους Wings) έρχεται ορμητικό, με μια γκάμα στιλ και κατευθύνσεων που διεκδικούν περίοπτη θέση ανάμεσα στις καλύτερες σόλο στιγμές του σπουδαιότερου συνθέτη του 20ού αιώνα. Ο μεταμεταμοντερνισμός έχει ακυρωθεί πλήρως και όλα έχουν ξαναγυρίσει ενστικτωδώς στις ρίζες τους. Στις αυθεντικές μελωδίες, δηλαδή. Εδώ είμαστε.

Η γεροντική άνοια ούτε με το κυάλι δεν μπορεί να βρει τον Paul McCartney, ο οποίος, αν και δεν κουνιέται ιδιαίτερα από την ασφαλή νηνεμία των δαφνών του, μπορεί και κεντάει γνησιότητα πάνω στους αρμούς της καινούριας του συγκομιδής. Τον ακούς για παράδειγμα στο τρυφερό “Come Οn Τo Me”, να τραγουδάει για την καλή του με εκείνη τη γλυκόπικρη διάθεση την οποία έχει ένας εραστής που δεν τον καίει η θύελλα της ερωτικής κατάκτησης, αλλά προτιμάει να γεύεται τα γενναιόδωρα χαμόγελα του φλερτ. Σε επίπεδο μάλιστα αφήγησης κερδίζει κατά κράτος, όντας προσιτός και με θυελλώδη όρεξη για αρμονίες, η οποία μεταβολίζεται σε εμπνεύσεις με τη μορφή στρογγυλών κομματιών. Η ικανότητά του παραμένει απαράμιλλη. Μιλάμε άλλωστε για τον πατριάρχη της αγαπησιάρικης pop που άνθισε στη Δυτική ακτή· αυτή που φέρνει στα ηχεία λίγο απ’ τον καλιφορνέζικο αέρα.

Ο McCartney είναι επαγγελματίας τραγουδοποιός από το 1958 (ναι, 60 χρόνιαείναι) και παραμένει στιλιστικός, αλλά και πονηρός στις λύσεις που σκαρφίζεται, με ένα τσαγανό το οποίο δεν αντιλαμβάνεσαι από πού πηγάζει. Αυτή τη φορά τον βοηθάει ο παραγωγός Greg Kurstin, ο οποίος έκανε θαύματα με την Adele. Το νέο άλμπουμ διαθέτει έτσι τραγανή roots pop κρούσταμε καλιφορνέζικη μαγιά. Από το rock ‘n’ roll του “Who Cares” μέχρι την ακουστική χαρμολύπη του “Smile Away” και από την πιανιστική «ζέστη» του “Hand In Hand” μέχρι το περιπετειώδες “Back In Brasil”, τα «αγκιστράκια» των τραγουδιών πιάνουν από τα αυτιά τον ακροατή και κάνουν τα πόδια να χορεύουν μόνα τους.

Νοηματικά, το Egypt Station αποκτά το σχήμα ενός φαντασιακού τρένου μεγάλων αποστάσεων, που «μετουσιώνει» όλη τη συναισθηματική γκάμα της μουσική του Macca και την εγκαθιστά στο σήμερα· όχι μόνο ως βιώσιμο υλικό, αλλά και ως λειτουργικό ιδίωμα. Την εξυπνάδα των Wings τη συναντάς στην αδιανόητη κλιμάκωση του “Despite Repeated Warnings” (τραγούδι που θα είχε άνετα θέση στο Band On The Run). Με τα σεξουαλικά δε υπονοούμενα του “Fuh You”, την ηλιόλουστη ψυχεδέλεια του “Do It Now” και τον ρυθμό του τσαμπουκαλεμένου “Caesar Rock”, ο McCartney συμπεριφέρεται σαν να προσπαθεί να τακτοποιήσει όλες τις καλλιτεχνικές του εκκρεμότητες.

Στην πραγματικότητα, βέβαια, δεν έχει καμία εκκρεμότητα· ούτε με τα ακροατήρια που έθρεψε, ούτε με τον εαυτό του. Ακόμα και αν δεν έκανε την ύστερη καριέρα του Bob Dylan, του Leonard Cohen ή ακόμη και του Johnny Cash, ο Paul McCartney συνεχίζει να γιορτάζει τις μικρές απολαύσεις της ζωής, με γενναιόδωρες μελωδίες που αιχμαλωτίζουν τα αυτιά κάθε δυνητικού ακροατή. Ξεπερνώντας «δυναμικά κοινά», γελοίες στατιστικές με target groups και ηλικιακά στεγανά.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #168

Florence And The Machine
High As Hope

Υπάρχει κάτι στη φωνή της συμπαθέστατης Florence Welch που συχνά με κρατούσε σε απόσταση από το φωναχτό της δράμα, κάνοντάς με να διατηρώ μια στάση «εγωιστική» στα προηγούμενα 3 άλμπουμ. Η «ορχηστράρα» βρισκόταν μονίμως σε παροξυσμό και αυτή τελάλιζε με μανία, σαν να καλούσε όλες τις λαβωμένες καρδιές του κόσμου να συστρατευτούν για να καταστρέψουν τα κατακτημένα εδάφη όσων πρώην και νυν τις απέρριψαν. Εκείνες οι Ναπολεόντειες επάρσεις και η «καθεδρική» υπερδιέγερση που έβγαζε στο μικρόφωνο, με πετούσαν έξω: δεν μπορούσα να συμμετάσχω συναισθηματικά σε ό,τι οι μαρκετίστες πουλούσαν ως «σοφιστικέ pop».

Στο 4ο της άλμπουμ –και το πρώτο ως superstar που μπορεί πλέον να κατακτήσει τον κόσμο με τη ραδιοφωνική δύναμη των τραγουδιών της– ζει το ψυχόδραμά της πιο ανθρώπινα και με λιγότερη πώρωση. Πάλι καλά, γιατί όταν δεν παρασύρεται στον ρόλο της «υπερευαίσθητης Μπουμπουλίνας με μικρόφωνο», η Welch αφήνει χώρο στα τραγούδια να ανθίσουν και σε εμάς να απολαύσουμε τη μελωδική τους πληθωρικότητα, χωρίς να μας πνίγουν οι τσιτωμένες φωνάρες.

Τα τραγούδια του High Αs Hope είναι ρομαντικά και όμορφα, σαν φθινοπωρινά τοπία. Το γούστο της παραγωγής βρίσκεται μονίμως σε ένα επίπεδο πάνω από τον μέσο όρο, ενώ υπάρχουν κάμποσες στιγμές που μπορούν να εγγυηθούν απολαυστικές, all-day ακροάσεις στην κρεβατοκάμαρα· πάντα με χαρτομάντιλα στα κομοδίνο, βέβαια, για να μην ξεχνιόμαστε από τα αδικαίωτα αισθήματα.

Η συμφωνική pop παθαίνει συχνά-πυκνά τις γνωστές ταχυπαλμίες, όμως τα τραγούδια δεν αφρίζουν και δεν παίζουν με τις αντοχές σου. Οι εμβατηριακές μπαλάντες, τα παραγεμισμένα δράματα και οι ανηφορικές μελωδίες, δεν κρύβουν αυτή τη φορά τόσο ψυχαναγκασμό. Μπορείς λοιπόν να συμμετέχεις στα πάθη της Welch, όχι γιατί σου τα τραγουδάει στα μούτρα σαν παγανιστική ιέρεια με απόλυτα ανοιχτό το στόμα της, αλλά γιατί σε πείθουν οι αυτοβιογραφικές ματιές στο εφηβικό της παρελθόν.

Τελικά η Florence Welch μπορεί να υπερηφανευτεί πως δεν έχει φθαρεί –ούτε  καλλιτεχνικά, ούτε στιλιστικά– παρά την ιλιγγιώδη επιτυχία της. Το αδηφάγο κτήνος της δημοφιλίας δεν την έχει αλλοτριώσει και διαθέτει ακόμη την αποδραστική δύναμη που την έκανε να ξεχωρίζει. Κάπου ανάμεσα στην υγρασία της Siouxsie και στην ευθύτητα της Chrissie Hynde, ακούγεται τόσο ατόφια και ακέραιη, ώστε είναι δύσκολο να μη σε συγκινήσει λίγο ή και πολύ.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Climax

Image result for climax gaspar noe

Το Climax είναι ακριβώς αυτό που περιμένεις από τον Gaspar Noé: Μια χαζευτική αερολογία, ένα πονηρά σερβιρισμένο τίποτα, μια αλαζονική χασμωδία και ταυτόχρονα ένα αναίτιο μισανθρωπικό μανιφέστο, βουτηγμένο μέχρι το κεφάλι στη βιρτουοζιτέ, ενώ χωράει σε μια σελίδα σεναρίου. Ίσως να χωράει και σε μια πρόταση: Ένα ομαδικό acid trip που πήγε (πολύ) στραβά.

Το αντιπαθείς αμέσως. Όμως δεν μπορείς να σταματήσεις να μιλάς γι’ αυτό και δεν βλέπεις την ώρα να το ξαναδείς.

Θα κρατήσετε όμως για πάντα το εναρκτήριο χορευτικό με αυτή την κομματάρα.

Posted in Cinema | Leave a comment