Album of the Week #167

Nine Inch Nails

Bad Witch

Η ιδέα της μετάλλαξης είναι επαναλαμβανόμενο μοτίβο στη δισκογραφία του Trent Reznor. Αυτή η ιδέα λάμπει ξανά στα σκιώδη και υγρά τραγούδια τoυ Bad Witch και μάλιστα με τον πιο βρώμικο τρόπο: ο δημιουργικός νιχιλισμός των Νine Inch Nails δίνει ξανά το παρών. Στον πυρήνα των νέων κομματιών κυριαρχούν οι αγωνίες του σύγχρονου, αλλοτριωμένου ανθρώπου, σε μια χαοτική κοινωνία η οποία τον καταπίνει σαν κινούμενη άμμος. Η συλλογική ύβρη, δεν αφήνει περιθώρια λύτρωσης. Αυτήν τη συλλογική συνενοχή και το γενικότερο αίσθημα απελπισίας ο Reznor το περιγράφει με ταραγμένα ντραμς και με τολμηρά ηλεκτρονικά πειράματα, θέλοντας να μας ρίξει σε μια θύελλα από οργανωμένους θορύβους.

Το Bad Witch είναι επιβλητικό και κάργα ατμοσφαιρικό, με τον Reznor να προκρίνει το δέος και να βροντοφωνάζει: «όλα είναι αισθητική». Σίγουρα θα συμφωνούσα με όλο μου το είναι, αν δεν αφηνόταν ακάλυπτη η ανάγκη μου να επικοινωνώ συναισθηματικά με τη μουσική. Ο Reznor δείχνει πλέον δηλαδή τόσο απορροφημένος από τη φορμαλιστική μανία του Atticus Ross, ώστε δεν προλαβαίνει να ασχοληθεί με προσωπικές ευαισθησίες. Συναισθηματικά, έτσι, δεν κυρτώνει πουθενά στο νέο άλμπουμ, κάτι που δεν συνέβαινε στις καλύτερες στιγμές του παρελθόντος, π.χ. στο The Downward Spiral (1994) ή στο Fragile(1999). Εδώ, οι συνθέσεις του προκρίνουν μονίμως το διαταραγμένο και αφανίζουν το τρυφερό. Προκρίνουν την κλινική παρατήρηση και ατενίζουν τους ακροατές ως κουκκίδες. Η ένστασή μου βρίσκεται στο ότι οι κουκκίδες αυτές είναι ζωντανές και έχουν (και) συναισθηματικές ανάγκες.

Ωστόσο οι Νine Inch Nails εξακολουθούν να κάνουν τις σύγχρονες, τσαμπουκαλεμένες nu metal μπάντες να θυμίζουν κολεγιακή κομεντί στην Καλιφόρνια. Τα παραμορφωμένα πνευστά του “Play Τhe Goddamned Part” φτιάχνουν ένα ευπρόσδεκτο ταξίδι στους στοιχειωμένους εφιάλτες του Ντέιβιντ Λιντς. Στο “Shit Mirror”, πάλι, η Αμερική κοιτάζεται στον καθρέφτη –και το είδωλο είναι αποκρουστικό. Η γκροτέσκο ατμόσφαιρα του “I’m Not From This World” σε παρασύρει σε έναν ψυχεδελικό σαματά. Και φυσικά υπάρχει και το “God Break Down Τhe Door”, το οποίο αντλεί από τους ύστερους πειραματισμούς του David Bowie· πραγματικά ακούγεται σαν μπάσταρδο ξαδερφάκι που ξέφυγε από τα sessions του Blackstar.

Ο Reznor εξακολουθεί λοιπόν να στήνει ωραίους, αυτοκαταστροφικούς χορούς γύρω από φωτιές σε βιομηχανικά τοπία. Ας υστερεί με τα χρόνια σε συναισθηματικό επίπεδο. Τουλάχιστον εξακολουθεί να έχει πίστη στον ήχο που ο ίδιος επινόησε, άσβεστη φλόγα, ουρλιαχτή κορώνα, ανεξέλεγκτα όργανα και πληθωρική δεξιοτεχνία. Ίσως έχουμε ξεχάσει τι σήμαιναν κάποτε όλες αυτές οι αξίες, τις οποίες βρίσκαμε σε τραγούδια όπως το “If They Move Kill ‘Em” των Primal Scream. Δεν έπρεπε όμως ποτέ να τις ξεχάσουμε.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Bill Murray, Jan Vogler & Friends: New Worlds

24Blmr_5.jpg

Kαθώς μεγαλώνει, ο Bill Murray αποκτά το βλέμμα ενός «καλλιτέχνη» που, ενώ έχει δει τα πάντα, δείχνει να μην εντυπωσιάστηκε. Όχι γιατί δεν αισθάνθηκε πολλά, αλλά γιατί κατάφερε να προσπεράσει τα προφανή και να αντικρίσει τη ματαιότητα και την ομορφιά αυτού του κόσμου.

Πάμε πάλι, χωρίς τις υπερβολές που πρώτος ο ίδιος ο Murray θα ακύρωνε.

Έχει εκείνο το βλέμμα του σιωπηλού παρατηρητή, ο οποίος έχει δηλώσει εδώ και καιρό μια διακριτική «παραίτηση», επιμένει όμως να σε κάνει να γελάς –όχι παριστάνοντας τον αστείο, αλλά με το να γίνεται όλο και πιο ανθρώπινος. Το βλέμμα του καθώς μεγαλώνει γίνεται όλο και πιο τρυφερό, πιο ήπιο και αγνό, επειδή εντυπώθηκαν πάνω του αρμονικά όσα έμαθε και έζησε. Όσο αρμονική ήταν και η μουσική συνύπαρξή του με τον Jan Vogler, στη σκηνή του Ηρωδείου. Όσο αρμονικά έδεσε η ποίηση του Walt Whitman με τον πιανιστικό ιμπρεσιονισμό του Μωρίς Ραβέλ.

24Blmr_2.jpg

Η τυχαία συνάντηση του Αμερικάνου ηθοποιού με τον Γερμανό τσελίτσα, τού έδωσε την ευκαιρία να εκφράσει την αγάπη του για τη μουσική και τη λογοτεχνία μέσα απ’ τον υπέροχο δίσκο New Worlds (2017). Αυτήν την ηχογράφηση μας έκαναν την τιμή να παρουσιάσουν στο Ηρώδειο, πλαισιωμένοι από την έξοχη βιολονίστρια Mira Wang και την εξαιρετική πιανίστρια Vanessa Perez. Το ασύμμετρο σχήμα κατάφερε να αναπτύξει πλήρως τις ιδέες του απρόσμενου δισκογραφικού πειράματος και κυρίως να μας παρασύρει σε μια ιστορική αναδρομή με άξονα τον αμερικάνικο πολιτισμό. Φαινομενικά, ωστόσο, η παράσταση έμοιαζε με τρυφερό φόρο τιμής σε ήρωες της αμερικάνικης λογοτεχνίας και σε μουσουργούς που άφησαν το αιώνιο σημάδι τους στην εξέλιξη της μουσικής.

Επάνω στη σκηνή, η αφήγηση του Μurray σε απόσπασμα του «Ελαφοκυνηγού» του James Fenimore Cooper αγκαλιάστηκε από τη μουσική του Φραντς Σούμπερτ, ενώ το “Moon River” του Henry Mancini άφησε χώρο για αποσπάσματα από τις εκλεκτές «Περιπέτειες του Χακ Φιν» του Mark Twain. Οι εικόνες του αμερικάνικου Νότου έμπλεξαν με τους στίχους του Τom Waits και μας έστειλαν περιπατητές με μια άλλη Αμερική. Οι επιλογές όμως δεν ήταν τυχαίες. Στον πυρήνα της παράστασης υπέβοσκε ένα πολιτικό σχόλιο για την παρακμάζουσα Αμερική του Τραμπ, η οποία σκεπάζει σαν μαύρο σύννεφο τον πλανήτη. Όχι σαν πολιτικάντικο «κατηγορώ», αλλά σαν ταξίδι στην καρδιά όσων έκαναν σπουδαία την καλλιτεχνική παράδοση των Ηνωμένων Πολιτειών. Ανάμεσα στα τραγούδια ξεπρόβαλε έτσι ένας ήπιος στοχασμός επάνω στη διαστρέβλωση της παράδοσης, δίχως δημαγωγία και φανφάρες. Το αφηγηματικό νήμα των επιλογών διέσχιζε την αόρατη αμερικάνικη ιστορία, από την καταπάτηση της γης των Ερυθρόδερμων (δια χειρός Fenimore Cooper), μέχρι την εκμετάλλευση των Μαύρων (μέσω των γλαφυρών αφηγήσεων του Mark Twain).

24Blmr_3.jpg

Πρόκειται για καλλιτεχνικό εγχείρημα αναγκαίο στην εποχή της απαξίωσης κάθε σπουδαίας κληρονομιάς. Δεν χρειάζονται περισπούδαστες αναλύσεις σε οποιοδήποτε ζοφερό παρόν, μας είπαν με στυλ οι εμπνευστές του New Worlds. Με μια απλή επίσκεψη στο West Side Story του Leonard Bernstein (1957), μπορείς να βρεις νέα μηνύματα για την εποχή του ναρκισσισμού των σέλφι στα social media ακούγοντας ξανά το “I Feel Pretty”, αλλά και για την πληγή του μεταναστευτικού στο “America” (διάολε, το Πουέρτο Ρίκο ΕΙΝΑΙ στην Αμερική). Η πένα του James Thurber, επίσης, σατίρισε τη μεγαλομανία των ανθρώπων της εξουσίας, ενώ το πνεύμα του Ernest Hemingway έλαμψε στις χειμαρρώδεις συνεντεύξεις του· η στωική αφήγηση του Murray μας βοηθούσε να συνδέσουμε τις τελείες και να κάνουμε τους συσχετισμούς μας με τη φιλοσοφία της παράστασης.

Φυσικά ο δείκτης ψυχαγωγίας ήταν ρυθμισμένος πολύ ψηλά, με τον Μurray να αναλαμβάνει τον ρόλο του οικοδεσπότη που ξέρει πότε να δώσει χώρο στους σολίστ και πότε να κλέψει την παράσταση με το πηγαίο του χιούμορ. Όταν δεν απήγγειλε, όταν δεν χόρευε, όταν δεν προκαλούσε το sing-along του κοινού και όταν δεν καθόταν διακριτικά πίσω από το πιάνο, αναλάμβανε χρέη crooner. Μας χάρισε λοιπόν όμορφες ερμηνείες στο μοναχικό blues “When Will I Ever Learn To Live In God” του Van Morrison, στο σαρκαστικό “It Ain’t Necessarily So” από τη θρυλική όπερα του George Gershwin Porgy And Bess, αλλά και στο “Jeanie With The Light Brown Hair” του Stephen Foster (η ερμηνεία του εδώ πλησίασε περισσότερο την εκδοχή του Sam Cooke). Το φινάλε τον βρήκε να μοιράζει μια ανθοδέσμη με τριαντάφυλλα στο κοινό, χαρίζοντας χαμόγελα, ενόσω οι μουσικοί καταχειροκροτούνταν.
Ο Bill Murray θα ήταν ένας από εμάς, αν δεν μας χώριζαν από εκείνον ωκεανοί από coolness και κατακτημένης γνώσης. Το ταλέντο του, ούτε καν το υπολογίζω.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #166

Arctic Monkeys

Tranquility Base Hotel + Casino

Πολύ θα ήθελα να ακούσω μια άσκηση ύφους πάνω στη μουσική του Serge Gainsbourg (ας πούμε) από έναν μεταμοντέρνο/ρετρό ερμηνευτή σαν τον Richard Hawley (ας πούμε). Δεν θα ήθελα όμως να ακούσω το συγκεκριμένο πείραμα από ένα συγκρότημα σαν τους Arctic Monkeys –από τους Last Shadow Puppets ίσως να ήταν πιο ευπρόσδεκτο.

Η φρεσκάδα ιδεών που έφερνε ως τώρα το γκρουπ με κάθε νέο δίσκο υποχωρεί, αφήνοντας έδαφος σε εξυπνακισμούς. Η μπάντα που πάντα έκανε ρουά ματ κινήσεις στην καρδιά των βρετανοθρεμμένων millennials (κυρίως εκείνων που έχουν indie ευαισθησίες), είναι εδώ πιο αμήχανη από ποτέ. Υπάρχει μια άβολη ανάγκη για νέο στυλ στο Tranquility Base Hotel + Casino. Ακόμη κι αν τα τραγούδια συχνά δημιουργούν ονειρόκοσμους, σε ξενοδοχεία πολυτελείας στο φεγγάρι.

Στο Tranquility Base Hotel + Casino υπάρχουν βέβαια υπέροχα αγκιστράκια, τα οποία σε κρατούν αγκαλιά με αγαπημένα ακούσματα: το γλυκό σόλο στο “One Point Perspective”, οι επισκέψεις του φαντάσματος του David Bowie και οι αδιόρατες glam rock πινελιές στο “Four Out Of Five”, που τις αισθάνεσαι γαργαλιστικά, σαν γλώσσα στο αυτί… Πρόκειται όμως για ζυγισμένες αναπαραγωγές αυθεντικών ήχων.

Στο 6ο του άλμπουμ, το κουαρτέτο απ’ το Σέφιλντ δείχνει να περιφρονεί τη ρεαλιστική πραγματικότητα με την ίδια ένταση που περιφρονεί και τα ρεφρέν. Οι στίχοι περιστρέφονται γύρω από pulp ιστορίες με εξωγήινες αποικίες και τέρατα του διαστήματος, με τη sci-fi αυτή θεματική να έρχεται ποτισμένη με jazzy κιθάρες, οι οποίες συνοδεύουν τις soul αφηγήσεις. Μην περιμένετε ωστόσο να σιγομουρμουρήσετε κάποιον στρογγυλό ρυθμό: κάθε που ξεκινάει το επόμενο τραγούδι, έχεις ξεχάσει τι άκουγες στο προηγούμενο. Ο ακροατής ψάχνει μάταια να βρει έναν ρυθμό να κρατήσει στη μνήμη του, σαν να ψάχνει για χειρολαβή να κρατηθεί στο τρένο.

Υπάρχουν λοιπόν δύο μεγάλα αρνητικά στο Tranquility Base Hotel + Casino.

Πρώτα-πρώτα, βρίσκω αποκαρδιωτικό ότι μία ομάδα φρέσκων ακόμη παιδιών, στέκει πρόθυμη να σου πει τα πάντα για τη νοσταλγία, αλλά είναι αδιάφορη για το αύριο. Σαν να μην υπάρχει ένας καινούργιος τροχός που περιμένει να ανακαλυφθεί από τους ταλαντούχους αυτού του κόσμου. Το άλλο αρνητικό είναι πως οι Arctic Monkeys μπαίνουν σε ένα αντιδημοκρατικό …«Radiohead mode». Με άλλα λόγια, οι υπόλοιποι μουσικοί συρρικνώνονται μπροστά στις υπαρξιακές και στυλιστικές αγωνίες ταυτότητας και αυτοέκφρασης του μπροστάρη Alex Turner.

Ο Turner θέλει να προκρίνει το ταλέντο του ως αναμοχλευτής της γαλανομάτας soul και ως σκαπανέας της βινυλιακής παράδοσης. Υποδύεται έτσι τον δανδή της νυχτερινής soul, τον crooner που τραγουδάει για ολιγάριθμο κοινό το οποίο χύνει δάκρυα στη μπύρα του, τον φαλσέτο τύπο που κουβαλάει εμπειρία, τον lounge κήρυκα των αρετών του «αναλογικού» κόσμου. Δεν σχετίζεται όμως με καμία από τις αντίστοιχες κουλτούρες· απλά τις παριστάνει πειστικά για τις ανάγκες της στροφής που αποφάσισε το συγκρότημα, 5 χρόνια μετά το εκρηκτικό ΑΜ του 2013.

Οι Arctic Monkeys φαίνονται να έκαναν πραγματικά πολλές ώρες brainstorming ώστε να βρουν τον δρόμο που ήθελαν να ακολουθήσουν προκειμένου να μην πέσουν σε παγίδες επανάληψης. Όμως τελικά δεν προκύπτει από πουθενά η ανάγκη για κάτι ουσιαστικό. Μοναδικός στόχος στο Tranquility Base Hotel + Casino μοιάζει η ψυχαγωγία με χωνεμένους ήχους από τη δισκοθήκη. Ανάμεσα λοιπόν σε επάξια καλούδια όπως το τεχνοφοβικό “She Looks Like Fun”, το αντικαπιταλιστικό “The World’s First Ever Monster Truck Front Flip”, ανάμεσα στην τρυφερότητα του “Golden Trunks” και στη σοσιαλμιντιακή κριτική του “Batphone”, ο ακροατής μάλλον περνάει θαυμάσια.

Αλλά δεν νιώθεις ποτέ ότι υπήρξε κάποια επείγουσα καλλιτεχνική ανάγκη να γραφτούν τα συγκεκριμένα τραγούδια, όσο καλαίσθητα και να είναι. Δεν αισθάνεσαι ποτέ δηλαδή ότι οι Arctic Monkeys ΕΙΝΑΙ αυτά τα τραγούδια.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album Of The Week #165

Kylie Minogue

Golden

Το φλερτ της αξιολάτρευτης Kylie Minogue με την κάντρι αποδείχθηκε τόσο επιφανειακό, όσο η selfie ενός κοριτσιού με ένα μπάντζο κι ένα καουμπόικο καπέλο από τις βιτρίνες του Μανχάταν, κάτω απ’ το hashtag #country.

Δεν μπορώ να φανταστώ πώς έπεισαν οι παραγωγοί αυτού του δίσκου την Αυστραλέζα σταρ για μια τόσο αχρείαστη στροφή. Μάλλον υπέθεσαν ότι θα πιάσουν τον ελεγχόμενο παλμό του «μέσου» έφηβου, που μπορεί να παγιδευτεί στην ουδετερότητα της ροδομάγουλης pop. Αλλά το Golden καταλήγει ιδανικό παράδειγμα για το πώς να φτιάξετε ένα τεχνικά σωστό άλμπουμ χωρίς να συμπεριλάβετε τίποτα το ουσιώδες, ξοδεύοντας χρόνο και ενέργεια δίχως καμία προκοπή. Το πώς καταφέρνουν κάποιοι παραγωγοί και αποπροσωποποιούν τα πάντα, είναι απορίας άξιο.

Στο ναρκωμένο περιεχόμενο του δίσκου συνυπάρχουν όλα τα στιχουργικά κλισέ περί «πτώσης» της κάθε Katy Perry εκεί έξω (“Stop Me From Falling”), με samples που νομίζουν ότι αναβιώνουν τη μουσική των σπαγγέτι γουέστερν (“Golden”). Εντοπίζονται επίσης κιτς δράματα τα οποία πολύ θα ήθελαν να αντλήσουν απ’ την παράδοση της Dolly Parton (“One Last Kiss”), καθώς και μπόλικο γιαλαντζί groove, που θυμίζει λοβοτομημένη girly pop για νηπιαγωγεία (“Shelby ’68”). Τα τραγούδια του Golden θέλουν ψυχαναγκαστικά να ασχοληθείς μαζί τους, χωρίς όμως να υπάρχει κανένας απολύτως λόγος. Πώς να συναινέσεις στην κοινοτοπία; Ούτε καν το ακροατήριο το οποίο έχει μουδιάσει πια από την μαλθακή pop δεν αντέχει άλλο. Για παράδειγμα, υποθέτω ότι ο Chris Martin δεν ήταν διαθέσιμος ή ήταν πολύ ακριβός για να τραγουδήσει την απαραίτητη μπαλαντόσουπα “Music’s Too Sad Without You”. Έπρεπε έτσι να υποστούμε κάποιον τροβαδούρο με το όνομα Jack Savoretti.

Η Kylie Minogue δεν μπορεί να ανέβει στα τακούνια της Shania Twain και να καβαλήσει αυτό το κομμάτι του mainstream, οπότε καταφεύγει στην άγευστη χαριτωμενιά. Ακούγεται λοιπόν σαν ζαχαρομπουμπού με μόνη προτεραιότητα το να μην ξεβολευτεί. Το σύνολο του Golden μπορεί να χαρακτηριστεί «γλυκουλίνικο» και τα τραγούδια του «τζουτζουκάκια», ερμηνευμένα από μια χαριτωμένη bimbo, η οποία νιώθει σαν σπουργιτάκι. Μέσα σε αυτήν την επιτομή της σιγουράτζας, ξεχωρίζει μετά βίας το “Raining Glitter” που διαθέτει ένα σχετικό ρυθμό, αν και δεν θα γίνει ποτέ “Love Profusion” (όπως θα ήθελε), γιατί πνίγεται με την ίδια τη ροζ τσιχλόφουσκα που μασάει εμμονικά. Όλα τα υπόλοιπα κομμάτια ακούγονται τόσο άνοστα, ώστε κάνουν τις «αμαρτωλές» μέρες των Stock, Aitken & Waterman να μοιάζουν με περασμένα μεγαλεία.

Το καταγέλαστο Golden, πλην της μίας μονοκοπανιάς κατανάλωσής του, δεν θα το «χρειαστεί» κανείς ξανά. Ας ελπίσουμε ότι η άστοχη κίνηση της πανέμορφης Αυστραλέζας θα μπει γρήγορα κάτω απ’ το χαλάκι με τον επόμενο δίσκο της. Δεν το αξίζει άλλωστε κάτι τέτοιο η τραγουδίστρια που υπήρξε το απόλυτο Ιt girl της χορευτικής pop. Ας κάνουμε επομένως όλοι μαζί ότι δεν συνέβη ποτέ. Το έχει κερδίσει αυτό το μικρό συγχωροχάρτι.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album Of The Week #164

The Last Drive

TheLastDrive

Πάντα υπήρχε ένα ανοιχτό δισκογραφικό ραντεβού με τους Last Drive και το νέο τους album είναι ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να γεννήσει αυτή η αέναη υπόσχεση. Πόσω μάλλον μετά από μια μακρά πορεία γεμάτη δάφνες και τεταμένες σιωπές, και χωρίς τη βαρετή τυπολατρία που συνήθως συνοδεύει ένα reunion. Πέραν της τεχνικής – εκτελεστικής υπεροχής τους, το ευτυχές με τους Last Drive είναι ότι ακούγονται ως οφείλει να ακούγεται μια μπάντα που δεν έχει κωλύματα σχετικά με το που ανήκει και που δεν υποφέρει από άγχος να προλάβει το τρένο της τρέχουσας εποχής. Η κατασταλαγμένη φιλοδοξία τους, προσφέρει το έδαφος για στομφώδη ήχο, που παραπέμπει στον ζόφο του stoner και τη βαρβάτη ατμόσφαιρα του αιχμηρού heavy rock.

Το album αυτό είναι μια ροκ σιδηροκατασκευή που δεν υποκύπτει ποτέ στον μπαμπούλα της macho αυτοέκφρασης. Πρόκειται για ένα κιθαροντυμένο σύνολο τραγουδιών, ορθόδοξο στις γραμμές και γκρουβαριστό μέχρι λιποθυμίας, που το συγκρότημα παίζει απλά και ξάστερα. Τα κομμάτια είναι ανέγγιχτα απ’ τις συνήθεις αλλοτριώσεις, τους συμβιβασμούς και τις ρυτίδες στον ήχο των «καταξιωμένων». Όπως για παράδειγμα το Snakecharmer, που ψυχεδελίζεται ηδονικά χωρίς να ακυρώνει τις βασικές συνισταμένες ενός τραγουδιού.

Ο δίσκος αποτελεί μια πύρρεια νίκη απέναντι σε δύσπιστους (όπως κι εγώ) που σε τέτοιες περιπτώσεις περιμένουν μια τυχοδιωκτική ζαριά στην επικαιρότητα. Ο αμόλυντος ήχος και το θανατερά cool στιλ, σε πιάνουν κατάμουτρα και μαρτυρούν όλη τη σοβαρότητα ενός σχήματος που συστάθηκε και ανασυστάθηκε για κάποιους λόγους της προκοπής. Ίσως μέσα μου, το βάρος των τίμιων προθέσεων και των καθαρών ιδεών να βαραίνουν περισσότερο στην ακρόαση απ’ ότι τα ίδια τα τραγούδια, αλλά οι Last Drive είναι κομμάτι ενός ρεύματος (που δεν υπάρχει πια) αδόξαστων ηρώων που έφτιαχναν πλούσια ανεξάρτητη μουσική, με σταχυολογημένα υλικά. Η έκφρασή τους υπακούει σε ένα καθήκον που δεν γίνεται ποτέ άχαρο ή καταναγκαστικό.

Δεν μιλάω για περασμένα μεγαλεία. Τα καινούρια κομμάτια των Last Drive σε κάνουν να πιστεύεις ότι η παρούσα «φάση» που περνάνε, έχει πολλά να σου πει.

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #163

Στέρεο Νόβα

Ουρανός

Ο Ουρανός είναι ένας υπεύθυνος δίσκος.

Να εξηγηθώ. Μια επιστροφή των Στέρεο Νόβα δεν θα συνέβαινε απλώς στις επικεφαλίδες της δισκογραφικής επικαιρότητας, αλλά θα διεκδικούσε ζωτικό χώρο στις καρδιές μας. Ο Κ.ΒΗΤΑ και ο Μιχάλης Δέλτα, 20 χρόνια πιο έμπειροι μετά την τελευταία τους συνύπαρξη στο στούντιο, είναι σε θέση να αντιλαμβάνονται πλήρως τον συναισθηματικό τους αντίκτυπο σε όσους ακούνε τη μουσική τους. Θα μπορούσαν εύκολα λοιπόν να μας συγκινήσουν με δυο instrumental αεροφωτογραφίες πάνω απ’ την πόλη ή με δυο ποιητικές αράδες για διαλυμένα παζλ. Θα μπορούσαν βέβαια και να πατήσουν πάνω στα ηλεκτρονικά layers των έναστρων ambient ουρανών που κέντησαν οι ίδιοι στη δεκαετία του 1990.

Ευτυχώς, δεν μας θέλουν απλούς θεατές, να ξαναβλέπουμε και φέτος το καλοκαίρι από έναν εξώστη την ίδια ταινία. Επιλέγουν αντιθέτως να εξελίξουν τον πυρήνα των στιλιστικών τους αγωνιών. Και το καταφέρνουν με αξιοθαύμαστη ακεραιότητα, βαδίζοντας στον δρόμο της υπευθυνότητας. Αντί λοιπόν να αντλήσουν από την παλέτα του περιφανή μύθου τους, μας χαρίζουν ένα φρέσκο, μορφωμένο σύνολο ιδεών, που φαίνεται πως γράφτηκαν με αφοσίωση από δύο ευαίσθητους τεχνίτες των synths, οι οποίοι χαρτογραφούν το σημερινό αστικό τοπίο και δοκιμάζουν ξανά να το εξημερώσουν.

Οι μουσικοί δρόμοι στον Ουρανό είναι διπλής κατευθύνσεως, καθώς οι Στέρεο Νόβα επιθυμούν να συμμετέχουμε –στοχεύουν στο «μαζί». Έχουν μάλιστα τη διαύγεια να μην περάσουν ξανά απ’ το βιομηχανικό έρεβος του Τέλσον (1996) ή απ’ τη συνεσταλμένη ορμή του Ασύρματου Κόσμου (1994). Οι απαντήσεις άλλωστε για το προς τα πού πάνε οι προσευχές μας όταν πετούν σαν πουλιά, έχουν δοθεί. Αυτό που θέλουν, είναι να ξαναθέσουν τις ερωτήσεις. Και το επιχειρούν με ανάγλυφα instrumentals, τα οποία μπορεί να μην σου χαρίζονται εύκολα, αλλά σε περικυκλώνουν με θέρμη, όπως λ.χ. το υπέροχο “Θηβών“.

Η “Διασταύρωση Ρέιβ“, πάλι, είναι η διανοητική δραστηριοποίηση της χορευτικής εξωστρέφειας: σε κάνει να πετάς πάνω απ’ τα άψυχα κουφάρια της dance κουλτούρας των 1990s και σε απογειώνει. Το πειραγμένο groove της “Ασύμμετρης Διάταξης” ανυπομονεί να θρέψει ημιφωτισμένες, προσωπικές ακροάσεις. Το περιπετειώδες σασπένς στο “Τρίγωνο Φως” διαθλάται στην ατμόσφαιρα και φωτίζει παράξενους cyberpunk χάρτες. Το τραχύ «μαρσάρισμα» στα “Δέντρα” κοιτάζει με αποστροφή τα λιμνάζοντα νερά της σύγχρονης, βιομηχανοποιημένης electronica. Μπορείς να χάνεσαι στα χυμώδη αναπτύγματα στον “Ουρανό” ή να στροβιλίζεσαι με τις εναλλαγές στη διακύμανση του “Βίντεο Κλαμπ” –ένα εθιστικό και μαστορεμένο κομάτι, που δεν πασχίζει απλά να σε ρίξει σε ιδρωμένες πίστες, αλλά θέλει να συντονιστεί με τους καρδιακούς σου παλμούς.

Οι προσωπικές πορείες του Κ.ΒΗΤΑ και του Μιχάλη Δέλτα κατά την τελευταία 20ετία αφήνουν επίσης το αποτύπωμά τους: το μινιμαλιστικό groove του “Δίαυλος 7” θα μπορούσε να ανοίγει το Life Is Now του Μιχάλη (2015), ενώ η ευοίωνη “Νέα Μόδα” θα έβρισκε εύκολα θέση στη Χρυσαλλίδα του Κωνσταντίνου (2012). Όμως ο Ουρανός είναι προϊόν ενός ντουέτου και όχι συνεταιρική δουλειά. Τα δημιουργικά νήματα που τους συνδέουν έρχονται σε σύμπνοια με τη δική μας επείγουσα ανάγκη να θυμηθούμε τα αυτονόητα σε επίπεδο αισθητικής.

Επομένως, η νέα τους συνεισφορά στο σημερινό αστικό soundtrack, αποκτά ζωτική σχεδόν σημασία. Ο στιχουργός που κάποτε μας έκανε να πιστέψουμε ότι μπορούμε να διασχίσουμε ένα πρωινό τον κόσμο, περιορίζει τα λόγια του: μόλις σε 3 τραγούδια δίνει το παρών η ευέλικτη εκφραστικότητά του στο μικρόφωνο –ή σε 4, αν υπολογίσουμε και τη μελαγχολική πρόζα στο ψυχόδραμα της “Ακτογραμμής“· ενός σπαρακτικού επίλογου, ο οποίος σε αφήνει με βουρκωμένα μάτια εξαιτίας της ικετευτικής τρυφερότητας των στίχων.

Τη θέση τους όμως καταλαμβάνουν (υπεύθυνα είπαμε) οι τρυφερές μελωδίες και οι πυκνές ενορχηστρώσεις, που ατενίζουν νέα ηχητικά πεδία και μας πείθουν να τις εμπιστευτούμε. Στην ομορφιά των τραγουδιών αυτού του δίσκου, αποτυπώνεται έτσι μια εικόνα ευδιάκριτη, πολιτισμένη και αληθινή, μια ζωντανή αντανάκλαση των δημιουργών τους.

«Νέα Ζωή», είπατε; Ίσως αυτή να αρχίζει μόλις τώρα.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #162

Manic Street Preachers

Resistance Is Futile

Με βασικά εφόδια την προσηλωμένη ενέργεια και το τσαγανό, οι Manic Street Preachers επισκέπτονται ξανά τις μέρες της νιότης τους, όταν βασίζονταν στην κοχλάζουσα αδρεναλίνη τους. Το αγέρωχο ροκ των Βρετανών παραμένει μεστό και λυγερόκορμο. Στον φετινό τους δίσκο συναντάμε ξανά εκείνους τους περήφανους μελοδραματισμούς που στόχευαν στην τίμια κιθαριστική εξωστρέφεια της εργατικής τάξης. Όμως, σε καμία περίπτωση το Resistance Is Futile δεν αποτελεί άλμπουμ «επιστροφής», το οποίο θα πατήσει στα χνάρια που άφησε πίσω του το υπέροχο Futurology (2004).

Ίσως να μην έχει μεγάλη σημασία ότι το νέο άλμπουμ των Ουαλών δεν κομίζει καμία καινοφανή ιδέα και ότι δεν κάνουν κανένα αποφασισμένο βήμα προς τα εμπρός. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι παίζουν εγκάρδια το υλικό τους. Το new wave, η power pop και το macho αμερικανικό rock συγκυβερνούν στο πηδάλιο, αλλά για κάποιον απογοητευτικό λόγο δεν αφομοιώνεις πρόθυμα τον δίσκο στο ακέραιο. Τα τραγούδια, στο σύνολό τους, δεν είναι τόσο διορατικά ή σοφά όσο μας έχει συνηθίσει το συγκρότημα, ώστε τελικά να μας δικαιώσουν.

Δεν ισχυρίζομαι πάντως ότι έχω κάποια μομφή απέναντι στα τραγούδια, δεν έχω μάλιστα καμία αντίρρηση στη μυρωδιά τους. Οι Manics ακούγονται σοβαροί και πειθαρχημένοι, σαν να έχουν μια δουλειά να εκτελέσουν· χωρίς να αστειεύονται και χωρίς διάθεση να υπερβούν τον εαυτό τους. Βέβαια, διαθέτουν τα γαλόνια της πολυεθνικής μπάντας, η οποία δικαιούται να ατενίζει το ακροατήριό της με σχετική αλαζονεία. Υπάρχει ωστόσο μια άβολη αίσθηση πως γράφουν ανερμάτιστα πράγματα, που τα γεμίζουν με γενικολογίες και στο τέλος ακούγονται διάτρητα μέσα στη δυνατή (όπως λέμε loud) παραγωγή.

Η αρσενική τρυφερότητα που ανέκαθεν τους χαρακτήριζε δεν χάθηκε, πάντως· βγάζει μάλιστα περικοκλάδες σε τραγούδια όπως το “In Eternity” ή το κολλητικό “Vivian”. Αλλά παρεμβάλλεται κάτι σαν το “Hold Me Like a Heaven”, που θυμίζει τις άνευρες στιγμές των Coldplay με το γηπεδικό «oh-oh-oh» και σε πετάει άγαρμπα έξω απ’ το τρένο.

Το Resistance Is Futile είναι σαφώς άνισο και μας θυμίζει πως τους Manic Street Preachers αρχίζει και τους νικάει ο χρόνος. Όμως δεν πρόκειται για κάποια αλλοτρίωση στον αισθητικό πυρήνα του συγκροτήματος. Η νίκη του χρόνου είναι πιο ύπουλη, καθώς η έμπειρη μπάντα μοιάζει να έχει εγκλωβιστεί στην κινούμενη άμμο των δικών της σλόγκαν, των απαράλλαχτων hooks και των περασμένων μεγαλείων που θέλει να αναβιώσει. Αυτό που πετυχαίνει τελικά ο δίσκος, είναι να κάνει τα τραγούδια του Holy Bilble (1994) να μοιάζουν με κοφτερά λεπίδια.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #161

Moby 

Everything Was Beautiful and Nothing Hurt

Screen-Shot-2018-03-06-at-2.09.53-PM-1520363637

Θεωρείται μάλλον μπανάλ να ακούει κάποιος Moby το 2018, αλλά πρόκειται για κατάφωρη αδικία. Τον χαρισματικό μουσικό δείχνει να τον έχει καταπιεί ο κυνισμός των millennials, οι οποίοι δεν έχουν δικούς τους ήρωες και γι’ αυτό αποδομούν με ευκολία τους παλιότερους. Ακόμα και η γενιά που έζησε την έκρηξη της dance και techno κουλτούρας τη δεκαετία του 1990, δεν τον θεοποίησε πραγματικά. Ο πατριάρχης της χειροποίητης electronica δεν απέκτησε ποτέ μυθικές διαστάσεις (όπως τόσα ονόματα και ντουέτα, που χάλαγαν κόσμο τότε), ίσως γιατί μας έκανε να νιώθουμε ότι ήταν ένας από εμάς.

Αλλά ο μικρόσωμος Moby με το ακτιβιστικό, clean-cut προφίλ και το σοφιστικέ παρουσιαστικό, εξακολουθεί να εργάζεται αδιάκοπα και να κυκλοφορεί δίσκους αστικής pop, με θαυμάσια τραγούδια: και το Last Night (2008) και το εγκληματικά υποτιμημένο Wait For Me (2009), περιείχαν εξαιρετικό υλικό. Διάολε, ακόμα και το Innocents (2013) έβριθε από ιδέες πλούσιες και ηχητικά χορταστικές, που ήθελαν να σε εκτινάξουν στο διάστημα.

Τα υλικά της στιλιστικής φόρμας παραμένουν ίδια: προφορικά φωνητικά, οικουμενικοί συλλογισμοί σε εσωστρεφές στυλ, κελαρυστές αρμονίες σε λούπα, αιθέρια πλήκτρα χωρίς βαρύτητα και γυναικεία μουρμουρίσματα που τυλίγονται γύρω από πολλαπλά στρώματα συνθεσάιζερ, με ένα ambient πέπλο να τα σκεπάζει όλα τρυφερά μεταξύ τους.

Στο φετινό του δίσκο, ο Moby αντλεί ξανά από τη μήτρα που γέννησε τα πιο όμορφα soulful διαμάντια της καριέρας του, όπως το “Porcelain”. Τώρα πια δεν είναι απλά μελαγχολικός και μόνος σαν τον Little Idiot – το ζωγραφιστό alter ego που συνόδευε την πρώτη περίοδό του. Πλέον, ο 52χρονος Moby δεν είναι ο αμήχανος shoegazer των πιο αφιλόξενων dancefloor που όταν δεν μιξάρει beats για ιδρωμένους χορευτές, προτιμά να χάνεται σε έρημους ambient ονειρόκοσμους. Στην εποχή του Τραμπ, ο ίδιος έχει ζωτικής σημασίας λόγους για να αισθάνεται απογοητευμένος και να αναπολεί μια εποχή που «όλα ήταν όμορφα και τίποτα δεν πονούσε». Μάλλον ο Moby συνειδητοποίησε ότι η οικολογική μελαγχολία της ακμής του techno ήταν μια πόζα: ένα κούφιο στυλ χτισμένο πάνω σε πλαστική ατμόσφαιρα.

Διακρίνει κανείς μια αχνή ιδέα αξιοπρεπούς παραίτησης ανάμεσα στις μελωδίες του δίσκου. Από την ονειροπόληση του “Like Α Motherless Child”, που τραγουδάει εξαιρετικά η Raquel Rodriguez, ως τον ανυψωτικό downtempo ρυθμό του “The Last Of Goodbyes” και από το νωχελικό trip hop του “Welcome To Hard Times” μέχρι το πειραγμένο neo-gospel του “Sorrow Tree” και τον «ανθεμικό» υπνωτισμό του “The Waste Of Sums”, ο Νεοϋορκέζος μουσικός κρατάει ψηλά τον πήχη της υγιούς πλευράς του chill-out και ξορκίζει με συνθετικές μελωδίες την αέναη θλίψη του.

Μπορεί να μην έχει πραγματικά σπουδαία τραγούδια το Everything Was Beautiful, And Nothing Hurt, αλλά κάπως έτσι θα ακούγονταν το τελευταίο πάρτι του κόσμου, το βράδυ πριν τη μεγάλη καταστροφή. Τραγούδια με πλήρη συναίσθηση της μοναξιάς τους, μακριά από την επικαιρότητα και τις επιταγές της, χωρίς κρεσέντο και εντυπωσιασμούς. Μόνο με τη θέρμη των ήπιων synths, το εξομολογητικό ύφος, και τη γλυκιά υφή των ημιφωτισμένων beats. Το coolness ας πάει στον αγύριστο.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #160

Tracey Thorn

Record

Η παρατημένη αυτοπεποίθηση της Tracey Thorn και το ιδιόμορφο μέταλλο της φωνής της, την έχουν κατατάξει ανάμεσα στις πιο αξιαγάπητες ερμηνεύτριες που δεν είχαν ποτέ «πρωταγωνιστικό» ρόλο.

Το 5ο της προσωπικό άλμπουμ ονομάζεται απλά «Δίσκος». Δεν χρειάζεται κάτι πιο δελεαστικό για να συγκεντρώσει ξανά το ακροατήριο μετά από 8 χρόνια απουσίας, καθώς οι ερμηνείες της προσφέρουν ένα εγγυημένα καθησυχαστικό διάλειμμα από όσα μας περιβάλλουν. Μάλιστα, ακούγεται το ίδιο αυθεντική και συναρπαστική σε σχέση με τα χρόνια των Everything But the Girl, τότε που αποτελούσαν από μόνοι τους έναν συναισθηματικό φάρο στη δεκαετία του 1990. Σεβασμό λοιπόν σε μια από τις πιο χαρακτηριστικές καλλιτέχνιδες της βρετανικής σκηνής, η οποία μπορεί και θέλει, ακόμα, να βγάζει τίμιους δίσκους δίνοντας σημασία στον μελωδικό οδηγό της φωνής της, ενώ τα beats μαίνονται τριγύρω.

Τα τραγούδια του «Δίσκου» προσφέρουν απλόχερα μελωδίες μοντέρνας, αστικής electronica, που προορίζονται για τα αυτιά του «καλλιεργημένου» pop ακροατή. Τα τραγούδια αποζητούν τα αυτιά όσων θέλουν να αγαπήσουν μελωδίες που να μην υποδύονται, αλλά να σημαίνουν κάτι: να έχουν συναισθηματικό βάρος. Η παραγωγή του Ewan Pearson αποτυπώνεται ψύχραιμη και χωρίς περιττά άγχη, με την Thorn να ακούγεται σαν «φίλη» καθ’ όλη τη διάρκεια. Μέσα από τον ρομαντικό ρεαλισμό του αέρινου “Smoke”, τη φεμινιστική οργή του “Sister” (με την Corinne Bailey Rae να συνδράμει φωνητικά) και την ηλεκτρονική jazz του “Face”, η τραγουδίστρια διαχειρίζεται τη γκάμα των συναισθημάτων με τη δέουσα αυτοσυγκράτηση. Διατηρεί ακόμη αυτό το μπλαζέ χρώμα στην ερμηνεία, λες και ο χρόνος δεν της έχει στερήσει τους φυσικούς της χυμούς.

Αλλού τραγουδάει για τα υπαρξιακά άγχη μιας μητέρας τη στιγμή που τα παιδιά της φεύγουν απ’ το σπίτι (“Go”), αλλού αναπολεί τις ημέρες του ανέμελου νεανικού clubbing (“Dancefloor”) και αλλού αφηγείται την ιστορία ενός κοριτσιού που ερωτεύτηκε ένα αγόρι ενώ ακούγανε παρέα Leonard Cohen (“Guitar”). Αυτό σημαίνει: pop για ανθρώπους που έχουν νιώσει κουρασμένοι από τον ίδιο τον εαυτό τους, τραγουδισμένη από μια γυναίκα που μπορεί να διαβάζει φιλοσοφικά δοκίμια επάνω στο πέρασμα του χρόνου, ενώ ταυτόχρονα σκάει τσιχλόφουσκες.

Η άφθαρτη Tracey Thorn βγαίνει και πάλι σπαθί προς τα έξω. Και δεν μπορώ παρά να χαμογελάσω με την κομψή ειρωνεία με την οποία κλείνει το μάτι σε όλα τα επίδοξα pop κορίτσια, όσα καλοβλέπουν το κατακτημένο ευρωπαϊκό status της σαν ξερολούκουμο.

Posted in Music | Leave a comment

Τα fake news σε μάραναν. #DeleteFacebook

Η αντίσταση στη διακίνηση των fake news μέσω της διαγραφής των προφίλ μας στο facebook (μόλις διάβασα για την πρόσφατη “συμβολική” πράξη των Massive Attack) μου φαίνεται αστεία και μου θυμίζει όλα όσα αντιπαθώ στον ακτιβισμό της δηθενιάς. Ναι, το FB και η Google, είτε είναι συνένοχοι είτε χάνουν προσωρινά τον έλεγχο στον πόλεμο της πληροφορίας. Ναι, σε κάθε περίπτωση, τα προσωπικά μας δεδομένα και τα κοινωνικά μας προφίλ δεν είναι ασφαλή. Όμως, η δαιμονοποίηση των social media είναι η πλέον απλοϊκή, υστερική και τεχνοφοβική προσέγγιση στην απειλή της ψεύτικης πληροφορίας – κατάλοιπο των χειρότερων πρακτικών που γέννησαν τα ίδια τα social. 

Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να κλείσει κάποιος το FB, κυρίως για το time consuming του πράγματος που κόβει από πράγματα που έχουν σημασία, αλλά όχι για να προστατευθεί από την επικίνδυνη πληροφόρηση και τα “τρολ”, που ανάθεμα κι αν ξέρουν τι είναι αυτοί που τα κατονομάζουν. Κατά τη γνώμη μου, το φιλτράρισμα των fake news και η διάκριση των φωτογραφικών ντοκουμέντων από τις φωτοσοπιές είναι το σύγχρονο IQ test. Κανένας αλγόριθμος και κανένα εξελιγμένο φίλτρο δεν σε σώζουν από το έλλειμμα αντίληψης και οξυδέρκειας.

Επίσης, αν είσαι Αμερικάνος και έφτασες μέχρι την κάλπη για να ψηφίσεις τον Τραμπ, δεν σου φταίνε τα fake news που σε επηρέασαν, ούτε τα troll που σε προβόκαραν ούτε τα bot που σε καθοδήγησαν. Φταίει που δεν έχεις ανοίξει βιβλίο και που δεν έχεις ιδέα από κοινωνικά δικαιώματα και πολιτικές δομές. Τα fake news απλά τα περίμενες για να σου κάνουν ένα poke όταν ήσουν με το ένα πόδι στον γκρεμό της απελπισίας, για να έχεις κάποιον να κατηγορείς.

Με αυτή τη λογική, αν κάποιος παρακολουθήσει τις ειδήσεις οποιασδήποτε ημέρας στο ΣΚΑΙ (το εγχώριο σκληροπυρηνικό right wing propaganda κανάλι, αντίστοιχο του FOX News) θα πρέπει να πετάξει την τηλεόραση απ’ το μπαλκόνι. Ακόμα και οι κομματικοί στρατοί από κάθε παράταξη που αλληλοτρώγονται στην διακίνηση πληροφοριών και μίσους σε κάθε πλατφόρμα, είναι τόσο εύκολο να εντοπιστούν, που σχεδόν καταντούν γραφικοί παρά επικίνδυνοι. Εκτός αν μπορεί να σε επηρεάσει ουσιαστικά κάποια “Julia 19” με 10 followers και με 1.500 άτομα να ακολουθεί που ΣΟΥ ΓΡΑΦΕΙ ΜΕ ΤΟ CAPLS LOCK ANOIXTO ΟΤΙ ΜΥΣΤΙΚΕΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ ΕΧΟΥΝ ΓΙΝΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΜΕΤΟΝΟΜΑΣΟΥΝ ΣΥΝΤΟΜΑ KAI ΤΗ ΘΡΑΚΗ ΣΕ ΣΚΟΠΙΑ!

Τέλος, όσοι βλέπουν με σκεπτικισμό τη δύναμη των social media, ας κάνουν log out για μιάμιση ώρα και ας δουν το συγκλονιστικό ντοκιμαντέρ “City Of Ghosts” (φωτό) στο οποίο μια ομάδα ακτιβιστών, επικυρηγμένων απ’ τον ISIS, μεταφέρουν σε στυλ guerilla δημοσιογραφίας τα νέα για τη γενοκτονία στη Συρία με κίνδυνο της ζωής τους. Υπάρχει και αυτή η χρήση του καταπληκτικού αυτού εργαλείου. Εμείς οι ίδιοι είμαστε το φίλτρο.

Posted in General | Leave a comment

Album of the Week #159

Justin Timberlake

Man of the Woods

 

Η μετάλλαξη του Justin Timberlake από φουτουριστικό crooner της προοδευτικής disco σε συμβιβασμένο οικογενειάρχη, που θέλει να αφήσει πίσω του τα VIP nightclub ώστε να ξυπνάει απ’ το χάραμα για να καλλιεργήσει τη γη, δεν πείθει κανέναν. Δεν συμμερίζομαι όμως όσους μουσικογραφιάδες μεγάλων εντύπων έσταξαν τόσο μελάνι οργής για τον νέο του δίσκο.

Οι σκεπτικιστές ξεχνάνε ότι, παρά την όποια ελαφρότητα ή αστοχία των στίχων, η απόλαυση της απλής ακρόασης είναι προαπαιτούμενο για την ψυχαγωγική pop. To σίγουρο είναι ότι στο Man Οf Τhe Woods ο Justin Timberlake ακούγεται μπερδεμένος όταν μας λέει ότι θα κόψει ξύλα στο ράντσο της Μοντάνα για να έχουν εφόδια τον χειμώνα η γυναίκα και το παιδί του. Αλλά, πριν μας καταπιεί η σοβαροφάνεια, ας προλάβουμε να απολαύσουμε την εξωστρεφή αύρα και τα ρυθμικά προστυχόλογα του “Filthy” («put your filthy hands all over me»).

Πέντε χρόνια έχουν περάσει από το γενναιόδωρο, παχύρρευστο σε ρυθμούς, μα ξεχειλωμένο από παντού The 20/20 Experience. Πώς από εκείνο το θερμόαιμο, progressive disco σύμπαν, το οποίο περιφρονούσε τα τρίλεπτα πυροτεχνήματα, φτάσαμε στο rednecksploitation (αν υπάρχει τέτοιος όρος), κανείς δεν ξέρει. Λες και ο Justin Timberlake ξύπνησε ένα ωραίο πρωί, άκουσε τους δίσκους των Fleetwood Mac και αποφάσισε να φορέσει καρό πουκάμισο. Βέβαια η σύζυγός του Τζέσικα Μπιλ θα διαφωνήσει, καθώς μας λέει με αισθαντική, ψιθυριστή φωνή: «όταν φοράω τα πουκάμισά του νιώθω το δέρμα του πάνω μου, με κάνει να αισθάνομαι γυναίκα, νιώθω σέξι, με κάνει νιώθω δική του».

Ο Chris Stapleton προσδίδει κάμποση (αχρείαστη) country αξιοπιστία σε κομμάτια όπως το “Say Something”. Μας έρχεται λίγο νότιο gospel απ’ το “Young Man”, αλλά και ίχνη ηλιόλουστης country στο ομώνυμο του δίσκου κομμάτι. Το φαλσέτο επίσης και τα φωνητικά τικ του Timberlake είναι αλάνθαστα και πατούν στα γνώριμα εδάφη του Timbaland και των Neptunes. Είναι άβολη ωστόσο αυτή η τεχνητή βουνίσια οσμή που θέλει να αφήσει ένας προνομιούχος λευκός performer, ο οποίος εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο τη μαύρη αισθητική.

Εξακολουθώ πάντως να θεωρώ το FutureSex/LoveSounds (2006) το αντίστοιχο του Off The Wall του Michael Jackson γι’ αυτόν τον αιώνα: ένα disco/nu-soul αριστούργημα γεμάτο τραγούδια που ο Quincy Jones θα σκότωνε να δώσει στον Jacko για να τραγουδήσει και να χορέψει στο καλλιτεχνικό ζενίθ του. Στο Man Οf Τhe Woods ο Justin Timberlake δεν «ξαναφέρνει το sexy πίσω» αλλά πάει ένα βήμα πίσω, ώστε να βρει τις ρίζες μέσω εύκολων ρεφρέν. Το εθιστικό groove του “Higher Higher” και το “Breeze Οf Τhe World” με τις τσιμπητές κιθάρες, αποτελούν τις καλύτερες στιγμές του δίσκου. Ακόμα και το “Midnight Summer Jam” διαθέτει σαρωτικό groove –κι ας έρχεται μια φυσαρμόνικα το τέλος, που σε ξενερώνει άνευ λόγου.

Σε κάθε νέο άλμπουμ, ο Timberlake είναι καλός οικοδεσπότης, ο οποίος νοιάζεται για τον ακροατή και τον σέβεται. Αυτή τη φορά ένιωσε όμως ότι ο ψυχαγωγικός ρόλος δεν αρκεί και πως έχει την ανάγκη να μπει σε ρολάκια. Δέχεται λοιπόν να τραγουδήσει πράγματα όπως το “Flannel”, μιαχριστουγεννιάτικη σούπα που θα ταίριαζε σε φιλανθρωπικό gala της Unicef, κάνοντας τον Ed Sheeran να φαντάζει σαν κακό παιδί μπροστά του. Είναι δικαίωμά του ασφαλώς να θέλει να κάνει τον μικρό γιο του να χαίρεται με τρυφερά τραγουδάκια (τον ακούμε να γελάει, άλλωστε). Είναι όμως και δικαίωμά μας να βαριόμαστε.

 

Posted in Music | Leave a comment