They’ll Love Me When I’m Dead

Αποτέλεσμα εικόνας για the other side of the wind

Το passion project που βασάνιζε τον Όρσον Γουέλς για πολλά χρόνια στα 70’s, ολοκληρώθηκε με τη χρηματοδότηση του Netflix και με τη συνεργασία μιας ομάδας ανθρώπων που δούλεψαν για το χαμένο έργο του σκηνοθέτη. Το “The Other Side Of The Wind” είναι πλέον ολοκληρωμένο, διαθέσιμο και… απαίσιο. Ένα κακό χάλι που βαράει όπου φυσάει ο άνεμος.

Ταυτόχρονα κυκλοφόρησε το ντοκιμαντέρ “They’ll Love Me When I’m Dead”, το οποίο είναι συγκλονιστικό και ανήκει στα καλύτερα όλων των εποχών του είδους (μαζί με το “Hearts Of Darkness” και το “Lost In La Mancha”). Αυτό είναι κάτι που μας διδάσκει εδώ και δεκαετίες ο κινηματογράφος: ακόμη κι αν το blueprint, τα εργαλεία, οι σαφείς οδηγίες και τα υλικά, μπουν σε μια σειρά, μόνο το χέρι του auteur μπορεί να τα συνδέσει αρμονικά. Για κάποιον σχεδόν μεταφυσικό λόγο το σινεμά υπακούει μόνο στον δημιουργό του, ο οποίος συνήθως γελάει με τους αναλυτές και τους βιογράφους που νομίζουν ότι ξέρουν καλύτερα. Ακόμη και αν στρατιές επαγγελματιών με τις καλύτερες προθέσεις αφιερώσουν ατελείωτες εργατοώρες στην αναπαράσταση, η ταινία μοντάρεται από τον εμπνευστή της. Ακόμη κι όταν ο ίδιος πολεμάει τις Ερινύες του, όταν χάνεται σε συμπλέγματα μεγαλομανίας ή όταν παρασύρεται από αυτοαναφορικές τάσεις.

Αποτέλεσμα εικόνας για the other side of the wind

Η ιστορία πίσω από την ταινία «είναι» η ταινία. Η αποτυχία της «είναι» η επιτυχία της. Ο προδιαγεραμμένος θάνατος του project είναι μέρος της αφήγησης και η μάχη για την ολοκλήρωση είναι το καύσιμο για την διαδικασία. Οι ταινίες της κατηγορίας «Greatest Movie Never Made» (όπως το Napoleon του Κιούμπρικ κ.α.) και τα ιερά δισκοπότηρα των film buffs πρέπει να μένουν στη σφαίρα του μύθου.

Τα πολλαπλά είδωλα των alter ego στην οθόνη τρέφονται από τα αληθινά ego και οι σχέσεις μέντορα με protégé θολώνουν τα όρια ερασιτέχνη και επαγγελματία. Όλα αυτά συνυπάρχουν στην άλλη πλευρά του ανέμου. Όποτε αυτός φυσούσε, μας επέτρεπε κλεφτές ματιές στο έργο του πιο αναρχικού, τολμηρού και αδιαπραγμάτευτα προοδευτικού δημιουργού του περασμένου αιώνα, του μονίμως εξόριστου «Πολίτη Γουέλς».

Αποτέλεσμα εικόνας για the other side of the wind

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #171

Matthew Dear

Bunny

«I make music strictly for people who like my music» λέει το tweet που έχει καρφιτσωμένο στο προφίλ του, ο Matthew Dear.

Χμ… Πρόβλημα.

Αν κάνεις μουσική μόνο για ανθρώπους που είναι «μαθημένοι» να τους αρέσει εκ των προτέρων αυτό που θα τους δώσεις, δεν υπάρχει περιθώριο για περιπέτεια, για ουσιαστικό ρίσκο. Ο επιτηδευμένος cold electro αντικομφορμισμός δεν αρκεί. Τουλάχιστον όχι σε εμάς που χρειαζόμαστε καλούς λόγους για να μας αρέσει κάτι και δεν μας οδηγεί η άτιμη η κεκτημένη.

Ο συμπαθέστατος Matthew Dear είναι ταγμένος στις λατρείες του. Δεν έκρυψε ποτέ ότι θα ήθελε να σφουγγαρίζει τα πατώματα του studio στα οποία ο Eno και ο Byrne δούλευαν το “My Life In The Bush Of Ghosts” ή ότι θα έδινε τα πάντα να κουβαλάει την τσάντα του Bowie στην Βερολινέζικη περίοδο του “Low”. Πάνω σε αυτό το δημιουργικό daydreaming έχει φτιαχτεί ο κάθε δίσκος που έχει κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα. Καθένας τους μάλιστα, απαντούσε σε κάποιο ερώτημα για τον λόγο που ηχογραφήθηκε. Υπήρχε κάθε φορά ένα καλλιτεχνικό κίνητρο και μια συνέχεια. Το “Bunny” δεν μπορεί απαντήσει πουθενά, παρά μόνο σε αυτούς που αγαπούν τη μουσική του Matthew χωρίς να έχουν απαιτήσεις.

O Αμερικάνος avant-pop παραγωγός και DJ, παρουσιάζεται σαν γαλαξιακός crooner στο Calling. Εμφανίζεται σαν στιλιζαρισμένος παραγωγός που λατρεύει τους νεορομαντικούς στο Modafini Blues. Στο What You Don’t Know τραγουδάει σαν σύγχρονο cyborg που κατεβαίνει από το υπέρκομψο διαστημόπλοιό του. Στο Moving Man ακούγεται σαν να παλεύει μπλεγμένος σε φωσφοριζέ ηλεκτρόδια. Στο Kiss Me Forever παίζει με τους ψυχεδελικούς ήχους στο sampler του, σαν performer που διακατέχεται από ενθουσιασμό για τη δημιουργία του- για μια νηπιακή ιδέα που στα δικά του αυτιά ακούγεται χάρμα. Όλα αυτά όμως δεν μετασχηματίζονται ποτέ σε κάτι ουσιαστικό. Έρχονται λίγο αργότερα και οι μονότονοι και άγαρμποι ρυθμοί του Can You Rush Them, μαζί και κάτι θορυβώδη instrumental όπως το Duke Of Dens για να σε κρατήσουν ακόμη πιο μακριά απ’ το δίσκο. Πρόκειται για τραγούδια που εξαϋλώνονται άδοξα και σιωπηρά μετά την ακρόασή τους.

Είναι δύσκολο να σχηματίσει κανείς μια κανονικότητα στο μυαλό του (για την καρδιά του, ούτε λόγος) ή έστω να πιαστεί από ένα νήμα για να βρει το δρόμο στα τραχιά μονοπάτια του Bunny. Εκτός, είπαμε, αν τους αρέσει ο δίσκος προτού τον ακούσουν γιατί ανήκει στον Matthew Dear. Τα πράγματα είναι λίγο καλύτερα όταν στα φωνητικά βρίσκονται τα κορίτσια των Tegan and Sara. Τουλάχιστον αυτές δίνουν ένα synth-pop όραμα μέσα στα ακανόνιστα samples και τα ανισοβαρή ηχητικά εφέ. Πραγματικά όμως αισθάνεσαι ότι ξαφνικά έκλεισε η στρόφιγγα των ιδεών για τον Matthew στον 6ο δίσκο του. Πως να το κάνουμε, δεν αρκεί να ακούγεσαι χαριτωμένα quirky (Bunny’s Dream) ή ηλεκτρονικά προοδευτικός για να υπηρετήσεις ένα στυλ και μόνο (Before I Go). Ελπίζω στο επόμενο βήμα του να προσπαθήσει να κερδίσει ακροατές, αντί να ταΐζει τους ήδη  κερδισμένους fans από τα έτοιμα.

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #170

Cypress Hill

Elephants On Acid

Οποιαδήποτε επιστροφή των Cypress Hill, σημαίνει καλά νέα· άλλωστε οι Καλιφορνέζοι δεν μετράνε πολλά στραβοπατήματα στην πολύχρονη καριέρα τους. Πόσο μάλλον όταν έχουν μεσολαβήσει 8 χρόνια από την τελευταία τους δουλειά, αλλά και όταν ο πρωτοπόρος DJ Muggs επιστρέφει στην καρέκλα του παραγωγού.

Η ιδέα του Elephants On Acid ξεκίνησε από ένα όραμα που είχε ο Muggs σε κάποιο δικό του trip, όταν είδε ένα κεφάλι ελέφαντα. Με αυτή την αφορμή, οι Cypress Hill κάνουν μια ωραία βουτιά στους ψυχεδελικούς ήχους της δεκαετίας του 1960 και δοκιμάζουν (άλλη) μια αισθητική εξερεύνηση της κουλτούρας των αιωνίως μαστουρομένων.

Αυτή τη φορά, η μουσική τους προκύπτει αιγυπτιοκεντρική, μπολιασμένη με ανατολίτικο μυστικισμό. Τα δε τραγούδια είναι τίγκα στις ακατάληπτες δοξασίες γύρω από τη θαυματουργή δύναμη της φούντας. Από τις αραβικές ιαχές των μουσικών του δρόμου στο “Band Οf Gypsies” («Hashish, Hashish») τις περιπαικτικές προτροπές να φτιαχτούμε στο “Oh Na Na” και τον ψυχεδελικό αποκρυφισμό του “Jesus Was A Stoner”, παρακολουθούμε ζαλισμένοι τον Muggs να καθοδηγεί τους «φτιαγμένους» ράπερ. Τα σύντομα ιντερλούδια είναι βουτηγμένα στη βρωμιά των beats και λειτουργούν σαν χερούλια για να κρατηθούμε όρθιοι μέσα στην παραζάλη του πηχτού καπνού.

Ήδη από το ντεμπούτο τους (1991), οι Cypress Hill απέφευγαν την αρτηριοσκληρωτική βαρβατίλα και την καγκουριά των ανταγωνιστών τους. Έτσι, έχτισαν με τα χρόνια την εικόνα των ισχυρών μουσικάνθρωπων, που έχουν το δικό τους σύμπαν. Το συγκρότημα παλεύει φιλότιμα να φτάσει κοντά στη νιρβάνα που αναζητά μέσω της συνεχούς κατανάλωσης ινδικής κάνναβης. Οι παράδοξες μελωδίες, οι ελλειπτικοί ρυθμοί και οι βρωμιάρικες πρόζες χτίζουν ένα ασπρόμαυρο σασπένς, το οποίο στάζει ακαθόριστα ζουμιά.

Υπάρχουν ωραία κομμάτια στον δίσκο, όπως το ξεσηκωτικό “Crazy” και το trip hop ταξίδι του “Stairway To Heaven”, με beats τα οποία τρεκλίζουν να σταθούν όρθια μέσα στο ντουμανιασμένο στούντιο με τα γεμάτα τασάκια. Τα φωνητικά του B-Real παραμένουν κοφτερά σαν ξυράφι, αλλά και ζωηρά όσο στην εποχή του “Insane In The Brain” (1993). Γνήσια πωρωμένος και απολαυστικός, ο B-Real παραμένει σπουδαίος ριμαδόρος· πάντα με διεσταλμένες τις κόρες των ματιών πίσω απ’ τα μαύρα γυαλιά, καταφέρνει και δίνει φρέσκο ρυθμό στους τελετουργικούς χορούς.

Έχει όμως δύο ουσιαστικά προβλήματα το άλμπουμ.

Το πρώτο είναι ότι δυστυχώς εδώ δεν υπάρχει ένα ευδιάκριτο hit: κανένα beat δεν θα μείνει διαχρονικό και κανένας ρυθμός δεν θυμίζει τις ένδοξες μέρες του “Hits From The Bong”. Το άλλο πρόβλημα είναι ότι μέσα στα πολύχρωμα trip της παραγωγής, τις ρίμες που ποτίστηκαν στα βαρβιτουρικά, τους θηριώδεις μπάφους που φτιάχνουν την ατμόσφαιρα και τα γυάλινα bong που δίνουν ρυθμό, νιώθεις την ανάγκη να ανοίξεις τα παράθυρα ώστε να ξεμυρίσει το δωμάτιο. Σου αρέσει το Elephants On Acid, αλλά λιγάκι σε μπουχτίζει. Και δεν θες να το επισκεφτείς ξανά σύντομα.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

(Μικρή) Ανασκόπηση

Οι δυο καλύτερες ταινίες του 10μηνου του ’18, είναι το “First Reformed” του Πολ Σρέντερ και το “Ready Player One” του Στίβεν Σπίλμπεργκ, για εντελώς διαφορετικούς λόγους η καθεμία (πιο διαφορετικοί δεν γίνεται).

Πολλοί βαρέθηκαν από τους αργούς ρυθμούς της πρώτης, τους απέτρεψε το βαρύ θέμα και αναρωτιούνταν τι είναι αυτό το Ντράγιερ που ανέφεραν οι αναλύσεις.

Ακόμα περισσότεροι χαρακτήρισαν video game τη δεύτερη, χλεύασαν τα ειδικά εφέ και μίλησαν για “αμερικανιές”, για τα λεφτά του Χόλιγουντ και άλλα τέτοια.

Κρίμα, γιατί κανείς από τους παραπάνω δεν αντιλαμβάνεται σε βάθος (για να αγαπάει ούτε λόγος) το σινεμά.

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #169

Paul McCartney

Egypt Station

Image result for egypt station mccartney

Το καινούριο, 17ο άλμπουμ του Macca (ή το 24ο, ανάλογα με το πώς αντιλαμβάνεστε τους Wings) έρχεται ορμητικό, με μια γκάμα στιλ και κατευθύνσεων που διεκδικούν περίοπτη θέση ανάμεσα στις καλύτερες σόλο στιγμές του σπουδαιότερου συνθέτη του 20ού αιώνα. Ο μεταμεταμοντερνισμός έχει ακυρωθεί πλήρως και όλα έχουν ξαναγυρίσει ενστικτωδώς στις ρίζες τους. Στις αυθεντικές μελωδίες, δηλαδή. Εδώ είμαστε.

Η γεροντική άνοια ούτε με το κυάλι δεν μπορεί να βρει τον Paul McCartney, ο οποίος, αν και δεν κουνιέται ιδιαίτερα από την ασφαλή νηνεμία των δαφνών του, μπορεί και κεντάει γνησιότητα πάνω στους αρμούς της καινούριας του συγκομιδής. Τον ακούς για παράδειγμα στο τρυφερό “Come Οn Τo Me”, να τραγουδάει για την καλή του με εκείνη τη γλυκόπικρη διάθεση την οποία έχει ένας εραστής που δεν τον καίει η θύελλα της ερωτικής κατάκτησης, αλλά προτιμάει να γεύεται τα γενναιόδωρα χαμόγελα του φλερτ. Σε επίπεδο μάλιστα αφήγησης κερδίζει κατά κράτος, όντας προσιτός και με θυελλώδη όρεξη για αρμονίες, η οποία μεταβολίζεται σε εμπνεύσεις με τη μορφή στρογγυλών κομματιών. Η ικανότητά του παραμένει απαράμιλλη. Μιλάμε άλλωστε για τον πατριάρχη της αγαπησιάρικης pop που άνθισε στη Δυτική ακτή· αυτή που φέρνει στα ηχεία λίγο απ’ τον καλιφορνέζικο αέρα.

Ο McCartney είναι επαγγελματίας τραγουδοποιός από το 1958 (ναι, 60 χρόνιαείναι) και παραμένει στιλιστικός, αλλά και πονηρός στις λύσεις που σκαρφίζεται, με ένα τσαγανό το οποίο δεν αντιλαμβάνεσαι από πού πηγάζει. Αυτή τη φορά τον βοηθάει ο παραγωγός Greg Kurstin, ο οποίος έκανε θαύματα με την Adele. Το νέο άλμπουμ διαθέτει έτσι τραγανή roots pop κρούσταμε καλιφορνέζικη μαγιά. Από το rock ‘n’ roll του “Who Cares” μέχρι την ακουστική χαρμολύπη του “Smile Away” και από την πιανιστική «ζέστη» του “Hand In Hand” μέχρι το περιπετειώδες “Back In Brasil”, τα «αγκιστράκια» των τραγουδιών πιάνουν από τα αυτιά τον ακροατή και κάνουν τα πόδια να χορεύουν μόνα τους.

Νοηματικά, το Egypt Station αποκτά το σχήμα ενός φαντασιακού τρένου μεγάλων αποστάσεων, που «μετουσιώνει» όλη τη συναισθηματική γκάμα της μουσική του Macca και την εγκαθιστά στο σήμερα· όχι μόνο ως βιώσιμο υλικό, αλλά και ως λειτουργικό ιδίωμα. Την εξυπνάδα των Wings τη συναντάς στην αδιανόητη κλιμάκωση του “Despite Repeated Warnings” (τραγούδι που θα είχε άνετα θέση στο Band On The Run). Με τα σεξουαλικά δε υπονοούμενα του “Fuh You”, την ηλιόλουστη ψυχεδέλεια του “Do It Now” και τον ρυθμό του τσαμπουκαλεμένου “Caesar Rock”, ο McCartney συμπεριφέρεται σαν να προσπαθεί να τακτοποιήσει όλες τις καλλιτεχνικές του εκκρεμότητες.

Στην πραγματικότητα, βέβαια, δεν έχει καμία εκκρεμότητα· ούτε με τα ακροατήρια που έθρεψε, ούτε με τον εαυτό του. Ακόμα και αν δεν έκανε την ύστερη καριέρα του Bob Dylan, του Leonard Cohen ή ακόμη και του Johnny Cash, ο Paul McCartney συνεχίζει να γιορτάζει τις μικρές απολαύσεις της ζωής, με γενναιόδωρες μελωδίες που αιχμαλωτίζουν τα αυτιά κάθε δυνητικού ακροατή. Ξεπερνώντας «δυναμικά κοινά», γελοίες στατιστικές με target groups και ηλικιακά στεγανά.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #168

Florence And The Machine
High As Hope

Υπάρχει κάτι στη φωνή της συμπαθέστατης Florence Welch που συχνά με κρατούσε σε απόσταση από το φωναχτό της δράμα, κάνοντάς με να διατηρώ μια στάση «εγωιστική» στα προηγούμενα 3 άλμπουμ. Η «ορχηστράρα» βρισκόταν μονίμως σε παροξυσμό και αυτή τελάλιζε με μανία, σαν να καλούσε όλες τις λαβωμένες καρδιές του κόσμου να συστρατευτούν για να καταστρέψουν τα κατακτημένα εδάφη όσων πρώην και νυν τις απέρριψαν. Εκείνες οι Ναπολεόντειες επάρσεις και η «καθεδρική» υπερδιέγερση που έβγαζε στο μικρόφωνο, με πετούσαν έξω: δεν μπορούσα να συμμετάσχω συναισθηματικά σε ό,τι οι μαρκετίστες πουλούσαν ως «σοφιστικέ pop».

Στο 4ο της άλμπουμ –και το πρώτο ως superstar που μπορεί πλέον να κατακτήσει τον κόσμο με τη ραδιοφωνική δύναμη των τραγουδιών της– ζει το ψυχόδραμά της πιο ανθρώπινα και με λιγότερη πώρωση. Πάλι καλά, γιατί όταν δεν παρασύρεται στον ρόλο της «υπερευαίσθητης Μπουμπουλίνας με μικρόφωνο», η Welch αφήνει χώρο στα τραγούδια να ανθίσουν και σε εμάς να απολαύσουμε τη μελωδική τους πληθωρικότητα, χωρίς να μας πνίγουν οι τσιτωμένες φωνάρες.

Τα τραγούδια του High Αs Hope είναι ρομαντικά και όμορφα, σαν φθινοπωρινά τοπία. Το γούστο της παραγωγής βρίσκεται μονίμως σε ένα επίπεδο πάνω από τον μέσο όρο, ενώ υπάρχουν κάμποσες στιγμές που μπορούν να εγγυηθούν απολαυστικές, all-day ακροάσεις στην κρεβατοκάμαρα· πάντα με χαρτομάντιλα στα κομοδίνο, βέβαια, για να μην ξεχνιόμαστε από τα αδικαίωτα αισθήματα.

Η συμφωνική pop παθαίνει συχνά-πυκνά τις γνωστές ταχυπαλμίες, όμως τα τραγούδια δεν αφρίζουν και δεν παίζουν με τις αντοχές σου. Οι εμβατηριακές μπαλάντες, τα παραγεμισμένα δράματα και οι ανηφορικές μελωδίες, δεν κρύβουν αυτή τη φορά τόσο ψυχαναγκασμό. Μπορείς λοιπόν να συμμετέχεις στα πάθη της Welch, όχι γιατί σου τα τραγουδάει στα μούτρα σαν παγανιστική ιέρεια με απόλυτα ανοιχτό το στόμα της, αλλά γιατί σε πείθουν οι αυτοβιογραφικές ματιές στο εφηβικό της παρελθόν.

Τελικά η Florence Welch μπορεί να υπερηφανευτεί πως δεν έχει φθαρεί –ούτε  καλλιτεχνικά, ούτε στιλιστικά– παρά την ιλιγγιώδη επιτυχία της. Το αδηφάγο κτήνος της δημοφιλίας δεν την έχει αλλοτριώσει και διαθέτει ακόμη την αποδραστική δύναμη που την έκανε να ξεχωρίζει. Κάπου ανάμεσα στην υγρασία της Siouxsie και στην ευθύτητα της Chrissie Hynde, ακούγεται τόσο ατόφια και ακέραιη, ώστε είναι δύσκολο να μη σε συγκινήσει λίγο ή και πολύ.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Climax

Image result for climax gaspar noe

Το Climax είναι ακριβώς αυτό που περιμένεις από τον Gaspar Noé: Μια χαζευτική αερολογία, ένα πονηρά σερβιρισμένο τίποτα, μια αλαζονική χασμωδία και ταυτόχρονα ένα αναίτιο μισανθρωπικό μανιφέστο, βουτηγμένο μέχρι το κεφάλι στη βιρτουοζιτέ, ενώ χωράει σε μια σελίδα σεναρίου. Ίσως να χωράει και σε μια πρόταση: Ένα ομαδικό acid trip που πήγε (πολύ) στραβά.

Το αντιπαθείς αμέσως. Όμως δεν μπορείς να σταματήσεις να μιλάς γι’ αυτό και δεν βλέπεις την ώρα να το ξαναδείς.

Θα κρατήσετε όμως για πάντα το εναρκτήριο χορευτικό με αυτή την κομματάρα.

Posted in Cinema | Leave a comment

The Man Who Dreams of Giants

Χίλιες φορές προτιμώ την ημιαποτυχημένη προσπάθεια του Τέρι Γκίλιαμ να τα βάλει με τους ανεμόμυλους του μυαλού του (και να χάσει) παρά ένα ακόμα πανάκριβο, δίωρο κασκεντεριλίκι του Τομ Κρουζ σε ακίνδυνη αποστολή. Ο Τέρι προσπαθούσε σχεδόν 30 χρόνια να τιθασεύσει την εμμονή του με την ιστορία του Δον Κιχώτη (κάτι ανάλογο που είχε κοστίσει και στον Όρσον Γουέλς πολύ χρόνο, κόπο και χρήμα) και στην πορεία παραδόθηκε και ο ίδιος στην ευδαιμονία της καλλιτεχνικής τρέλας.

Η παραμυθόπληκτη φαντασία του Γκίλιαμ μας χάρισε τον τελευταίο ρομαντικό της μύθο, με εμμονές που κρατούν από το Holy Grail ακόμα. Οι αυταπάτες μπλέκονται σε κάθε πλάνο με τη λογική και η σκληρή πραγματικότητα παρεισφρέει στο παραμύθι.

Το σενάριο της ταινίας, με το πέρασμα του χρόνου γίνονταν όλο και πιο αυτοαναφορικό. Τελικά, αφού ο Τέρι είδε και απόειδε με τα πολλαπλά false start της παραγωγής, το φιλμ επικεντρώθηκε (ολίγον Φελινικά) στη φύση του «σινεμά του δημιουργού» και στις συνέπειές του στην πνευματική ισορροπία όσων ζουν για τα passion project τους.

Γιατί ένας από τους πιο αναρχικούς σκηνοθέτες που δούλεψαν στο Χόλιγουντ και ποτέ τα στούντιο δεν μπόρεσαν να κατανοήσουν (πόσο μάλλον να πουλήσουν) είχε την ανάγκη να πει αυτή την ιστορία; Ίσως γιατί ο Γκίλιαμ, ένας storyteller παλιάς κοπής λίγο πριν τα 80 του, σε μια εποχή που η φαντασία αντικαταστάθηκε από τις CGI χασμωδίες των executives που θεωρούν μονόδρομο επιτυχίας το άνοιγμα στο box office, νιώθει πιο μόνος από ποτέ.

Πάντως η 12η προσωπική ταινία του, όσο ατσούμπαλη κι αν είναι στα σημεία και όσο ευρηματική στο σύνολό της, κλείνει αισιόδοξα: με την επικράτηση των παραισθήσεων. Άλλωστε το μικρόβιο της αποδραστικής φαντασίας και ο χειροποίητος ρομαντισμός δεν θα πεθάνουν ποτέ.

Μπορείς να ξεκουραστείς τώρα, Τέρι. Τα κατάφερες καλά.

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #167

Nine Inch Nails

Bad Witch

Η ιδέα της μετάλλαξης είναι επαναλαμβανόμενο μοτίβο στη δισκογραφία του Trent Reznor. Αυτή η ιδέα λάμπει ξανά στα σκιώδη και υγρά τραγούδια τoυ Bad Witch και μάλιστα με τον πιο βρώμικο τρόπο: ο δημιουργικός νιχιλισμός των Νine Inch Nails δίνει ξανά το παρών. Στον πυρήνα των νέων κομματιών κυριαρχούν οι αγωνίες του σύγχρονου, αλλοτριωμένου ανθρώπου, σε μια χαοτική κοινωνία η οποία τον καταπίνει σαν κινούμενη άμμος. Η συλλογική ύβρη, δεν αφήνει περιθώρια λύτρωσης. Αυτήν τη συλλογική συνενοχή και το γενικότερο αίσθημα απελπισίας ο Reznor το περιγράφει με ταραγμένα ντραμς και με τολμηρά ηλεκτρονικά πειράματα, θέλοντας να μας ρίξει σε μια θύελλα από οργανωμένους θορύβους.

Το Bad Witch είναι επιβλητικό και κάργα ατμοσφαιρικό, με τον Reznor να προκρίνει το δέος και να βροντοφωνάζει: «όλα είναι αισθητική». Σίγουρα θα συμφωνούσα με όλο μου το είναι, αν δεν αφηνόταν ακάλυπτη η ανάγκη μου να επικοινωνώ συναισθηματικά με τη μουσική. Ο Reznor δείχνει πλέον δηλαδή τόσο απορροφημένος από τη φορμαλιστική μανία του Atticus Ross, ώστε δεν προλαβαίνει να ασχοληθεί με προσωπικές ευαισθησίες. Συναισθηματικά, έτσι, δεν κυρτώνει πουθενά στο νέο άλμπουμ, κάτι που δεν συνέβαινε στις καλύτερες στιγμές του παρελθόντος, π.χ. στο The Downward Spiral (1994) ή στο Fragile(1999). Εδώ, οι συνθέσεις του προκρίνουν μονίμως το διαταραγμένο και αφανίζουν το τρυφερό. Προκρίνουν την κλινική παρατήρηση και ατενίζουν τους ακροατές ως κουκκίδες. Η ένστασή μου βρίσκεται στο ότι οι κουκκίδες αυτές είναι ζωντανές και έχουν (και) συναισθηματικές ανάγκες.

Ωστόσο οι Νine Inch Nails εξακολουθούν να κάνουν τις σύγχρονες, τσαμπουκαλεμένες nu metal μπάντες να θυμίζουν κολεγιακή κομεντί στην Καλιφόρνια. Τα παραμορφωμένα πνευστά του “Play Τhe Goddamned Part” φτιάχνουν ένα ευπρόσδεκτο ταξίδι στους στοιχειωμένους εφιάλτες του Ντέιβιντ Λιντς. Στο “Shit Mirror”, πάλι, η Αμερική κοιτάζεται στον καθρέφτη –και το είδωλο είναι αποκρουστικό. Η γκροτέσκο ατμόσφαιρα του “I’m Not From This World” σε παρασύρει σε έναν ψυχεδελικό σαματά. Και φυσικά υπάρχει και το “God Break Down Τhe Door”, το οποίο αντλεί από τους ύστερους πειραματισμούς του David Bowie· πραγματικά ακούγεται σαν μπάσταρδο ξαδερφάκι που ξέφυγε από τα sessions του Blackstar.

Ο Reznor εξακολουθεί λοιπόν να στήνει ωραίους, αυτοκαταστροφικούς χορούς γύρω από φωτιές σε βιομηχανικά τοπία. Ας υστερεί με τα χρόνια σε συναισθηματικό επίπεδο. Τουλάχιστον εξακολουθεί να έχει πίστη στον ήχο που ο ίδιος επινόησε, άσβεστη φλόγα, ουρλιαχτή κορώνα, ανεξέλεγκτα όργανα και πληθωρική δεξιοτεχνία. Ίσως έχουμε ξεχάσει τι σήμαιναν κάποτε όλες αυτές οι αξίες, τις οποίες βρίσκαμε σε τραγούδια όπως το “If They Move Kill ‘Em” των Primal Scream. Δεν έπρεπε όμως ποτέ να τις ξεχάσουμε.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Bill Murray, Jan Vogler & Friends: New Worlds

24Blmr_5.jpg

Kαθώς μεγαλώνει, ο Bill Murray αποκτά το βλέμμα ενός «καλλιτέχνη» που, ενώ έχει δει τα πάντα, δείχνει να μην εντυπωσιάστηκε. Όχι γιατί δεν αισθάνθηκε πολλά, αλλά γιατί κατάφερε να προσπεράσει τα προφανή και να αντικρίσει τη ματαιότητα και την ομορφιά αυτού του κόσμου.

Πάμε πάλι, χωρίς τις υπερβολές που πρώτος ο ίδιος ο Murray θα ακύρωνε.

Έχει εκείνο το βλέμμα του σιωπηλού παρατηρητή, ο οποίος έχει δηλώσει εδώ και καιρό μια διακριτική «παραίτηση», επιμένει όμως να σε κάνει να γελάς –όχι παριστάνοντας τον αστείο, αλλά με το να γίνεται όλο και πιο ανθρώπινος. Το βλέμμα του καθώς μεγαλώνει γίνεται όλο και πιο τρυφερό, πιο ήπιο και αγνό, επειδή εντυπώθηκαν πάνω του αρμονικά όσα έμαθε και έζησε. Όσο αρμονική ήταν και η μουσική συνύπαρξή του με τον Jan Vogler, στη σκηνή του Ηρωδείου. Όσο αρμονικά έδεσε η ποίηση του Walt Whitman με τον πιανιστικό ιμπρεσιονισμό του Μωρίς Ραβέλ.

24Blmr_2.jpg

Η τυχαία συνάντηση του Αμερικάνου ηθοποιού με τον Γερμανό τσελίτσα, τού έδωσε την ευκαιρία να εκφράσει την αγάπη του για τη μουσική και τη λογοτεχνία μέσα απ’ τον υπέροχο δίσκο New Worlds (2017). Αυτήν την ηχογράφηση μας έκαναν την τιμή να παρουσιάσουν στο Ηρώδειο, πλαισιωμένοι από την έξοχη βιολονίστρια Mira Wang και την εξαιρετική πιανίστρια Vanessa Perez. Το ασύμμετρο σχήμα κατάφερε να αναπτύξει πλήρως τις ιδέες του απρόσμενου δισκογραφικού πειράματος και κυρίως να μας παρασύρει σε μια ιστορική αναδρομή με άξονα τον αμερικάνικο πολιτισμό. Φαινομενικά, ωστόσο, η παράσταση έμοιαζε με τρυφερό φόρο τιμής σε ήρωες της αμερικάνικης λογοτεχνίας και σε μουσουργούς που άφησαν το αιώνιο σημάδι τους στην εξέλιξη της μουσικής.

Επάνω στη σκηνή, η αφήγηση του Μurray σε απόσπασμα του «Ελαφοκυνηγού» του James Fenimore Cooper αγκαλιάστηκε από τη μουσική του Φραντς Σούμπερτ, ενώ το “Moon River” του Henry Mancini άφησε χώρο για αποσπάσματα από τις εκλεκτές «Περιπέτειες του Χακ Φιν» του Mark Twain. Οι εικόνες του αμερικάνικου Νότου έμπλεξαν με τους στίχους του Τom Waits και μας έστειλαν περιπατητές με μια άλλη Αμερική. Οι επιλογές όμως δεν ήταν τυχαίες. Στον πυρήνα της παράστασης υπέβοσκε ένα πολιτικό σχόλιο για την παρακμάζουσα Αμερική του Τραμπ, η οποία σκεπάζει σαν μαύρο σύννεφο τον πλανήτη. Όχι σαν πολιτικάντικο «κατηγορώ», αλλά σαν ταξίδι στην καρδιά όσων έκαναν σπουδαία την καλλιτεχνική παράδοση των Ηνωμένων Πολιτειών. Ανάμεσα στα τραγούδια ξεπρόβαλε έτσι ένας ήπιος στοχασμός επάνω στη διαστρέβλωση της παράδοσης, δίχως δημαγωγία και φανφάρες. Το αφηγηματικό νήμα των επιλογών διέσχιζε την αόρατη αμερικάνικη ιστορία, από την καταπάτηση της γης των Ερυθρόδερμων (δια χειρός Fenimore Cooper), μέχρι την εκμετάλλευση των Μαύρων (μέσω των γλαφυρών αφηγήσεων του Mark Twain).

24Blmr_3.jpg

Πρόκειται για καλλιτεχνικό εγχείρημα αναγκαίο στην εποχή της απαξίωσης κάθε σπουδαίας κληρονομιάς. Δεν χρειάζονται περισπούδαστες αναλύσεις σε οποιοδήποτε ζοφερό παρόν, μας είπαν με στυλ οι εμπνευστές του New Worlds. Με μια απλή επίσκεψη στο West Side Story του Leonard Bernstein (1957), μπορείς να βρεις νέα μηνύματα για την εποχή του ναρκισσισμού των σέλφι στα social media ακούγοντας ξανά το “I Feel Pretty”, αλλά και για την πληγή του μεταναστευτικού στο “America” (διάολε, το Πουέρτο Ρίκο ΕΙΝΑΙ στην Αμερική). Η πένα του James Thurber, επίσης, σατίρισε τη μεγαλομανία των ανθρώπων της εξουσίας, ενώ το πνεύμα του Ernest Hemingway έλαμψε στις χειμαρρώδεις συνεντεύξεις του· η στωική αφήγηση του Murray μας βοηθούσε να συνδέσουμε τις τελείες και να κάνουμε τους συσχετισμούς μας με τη φιλοσοφία της παράστασης.

Φυσικά ο δείκτης ψυχαγωγίας ήταν ρυθμισμένος πολύ ψηλά, με τον Μurray να αναλαμβάνει τον ρόλο του οικοδεσπότη που ξέρει πότε να δώσει χώρο στους σολίστ και πότε να κλέψει την παράσταση με το πηγαίο του χιούμορ. Όταν δεν απήγγειλε, όταν δεν χόρευε, όταν δεν προκαλούσε το sing-along του κοινού και όταν δεν καθόταν διακριτικά πίσω από το πιάνο, αναλάμβανε χρέη crooner. Μας χάρισε λοιπόν όμορφες ερμηνείες στο μοναχικό blues “When Will I Ever Learn To Live In God” του Van Morrison, στο σαρκαστικό “It Ain’t Necessarily So” από τη θρυλική όπερα του George Gershwin Porgy And Bess, αλλά και στο “Jeanie With The Light Brown Hair” του Stephen Foster (η ερμηνεία του εδώ πλησίασε περισσότερο την εκδοχή του Sam Cooke). Το φινάλε τον βρήκε να μοιράζει μια ανθοδέσμη με τριαντάφυλλα στο κοινό, χαρίζοντας χαμόγελα, ενόσω οι μουσικοί καταχειροκροτούνταν.
Ο Bill Murray θα ήταν ένας από εμάς, αν δεν μας χώριζαν από εκείνον ωκεανοί από coolness και κατακτημένης γνώσης. Το ταλέντο του, ούτε καν το υπολογίζω.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #166

Arctic Monkeys

Tranquility Base Hotel + Casino

Πολύ θα ήθελα να ακούσω μια άσκηση ύφους πάνω στη μουσική του Serge Gainsbourg (ας πούμε) από έναν μεταμοντέρνο/ρετρό ερμηνευτή σαν τον Richard Hawley (ας πούμε). Δεν θα ήθελα όμως να ακούσω το συγκεκριμένο πείραμα από ένα συγκρότημα σαν τους Arctic Monkeys –από τους Last Shadow Puppets ίσως να ήταν πιο ευπρόσδεκτο.

Η φρεσκάδα ιδεών που έφερνε ως τώρα το γκρουπ με κάθε νέο δίσκο υποχωρεί, αφήνοντας έδαφος σε εξυπνακισμούς. Η μπάντα που πάντα έκανε ρουά ματ κινήσεις στην καρδιά των βρετανοθρεμμένων millennials (κυρίως εκείνων που έχουν indie ευαισθησίες), είναι εδώ πιο αμήχανη από ποτέ. Υπάρχει μια άβολη ανάγκη για νέο στυλ στο Tranquility Base Hotel + Casino. Ακόμη κι αν τα τραγούδια συχνά δημιουργούν ονειρόκοσμους, σε ξενοδοχεία πολυτελείας στο φεγγάρι.

Στο Tranquility Base Hotel + Casino υπάρχουν βέβαια υπέροχα αγκιστράκια, τα οποία σε κρατούν αγκαλιά με αγαπημένα ακούσματα: το γλυκό σόλο στο “One Point Perspective”, οι επισκέψεις του φαντάσματος του David Bowie και οι αδιόρατες glam rock πινελιές στο “Four Out Of Five”, που τις αισθάνεσαι γαργαλιστικά, σαν γλώσσα στο αυτί… Πρόκειται όμως για ζυγισμένες αναπαραγωγές αυθεντικών ήχων.

Στο 6ο του άλμπουμ, το κουαρτέτο απ’ το Σέφιλντ δείχνει να περιφρονεί τη ρεαλιστική πραγματικότητα με την ίδια ένταση που περιφρονεί και τα ρεφρέν. Οι στίχοι περιστρέφονται γύρω από pulp ιστορίες με εξωγήινες αποικίες και τέρατα του διαστήματος, με τη sci-fi αυτή θεματική να έρχεται ποτισμένη με jazzy κιθάρες, οι οποίες συνοδεύουν τις soul αφηγήσεις. Μην περιμένετε ωστόσο να σιγομουρμουρήσετε κάποιον στρογγυλό ρυθμό: κάθε που ξεκινάει το επόμενο τραγούδι, έχεις ξεχάσει τι άκουγες στο προηγούμενο. Ο ακροατής ψάχνει μάταια να βρει έναν ρυθμό να κρατήσει στη μνήμη του, σαν να ψάχνει για χειρολαβή να κρατηθεί στο τρένο.

Υπάρχουν λοιπόν δύο μεγάλα αρνητικά στο Tranquility Base Hotel + Casino.

Πρώτα-πρώτα, βρίσκω αποκαρδιωτικό ότι μία ομάδα φρέσκων ακόμη παιδιών, στέκει πρόθυμη να σου πει τα πάντα για τη νοσταλγία, αλλά είναι αδιάφορη για το αύριο. Σαν να μην υπάρχει ένας καινούργιος τροχός που περιμένει να ανακαλυφθεί από τους ταλαντούχους αυτού του κόσμου. Το άλλο αρνητικό είναι πως οι Arctic Monkeys μπαίνουν σε ένα αντιδημοκρατικό …«Radiohead mode». Με άλλα λόγια, οι υπόλοιποι μουσικοί συρρικνώνονται μπροστά στις υπαρξιακές και στυλιστικές αγωνίες ταυτότητας και αυτοέκφρασης του μπροστάρη Alex Turner.

Ο Turner θέλει να προκρίνει το ταλέντο του ως αναμοχλευτής της γαλανομάτας soul και ως σκαπανέας της βινυλιακής παράδοσης. Υποδύεται έτσι τον δανδή της νυχτερινής soul, τον crooner που τραγουδάει για ολιγάριθμο κοινό το οποίο χύνει δάκρυα στη μπύρα του, τον φαλσέτο τύπο που κουβαλάει εμπειρία, τον lounge κήρυκα των αρετών του «αναλογικού» κόσμου. Δεν σχετίζεται όμως με καμία από τις αντίστοιχες κουλτούρες· απλά τις παριστάνει πειστικά για τις ανάγκες της στροφής που αποφάσισε το συγκρότημα, 5 χρόνια μετά το εκρηκτικό ΑΜ του 2013.

Οι Arctic Monkeys φαίνονται να έκαναν πραγματικά πολλές ώρες brainstorming ώστε να βρουν τον δρόμο που ήθελαν να ακολουθήσουν προκειμένου να μην πέσουν σε παγίδες επανάληψης. Όμως τελικά δεν προκύπτει από πουθενά η ανάγκη για κάτι ουσιαστικό. Μοναδικός στόχος στο Tranquility Base Hotel + Casino μοιάζει η ψυχαγωγία με χωνεμένους ήχους από τη δισκοθήκη. Ανάμεσα λοιπόν σε επάξια καλούδια όπως το τεχνοφοβικό “She Looks Like Fun”, το αντικαπιταλιστικό “The World’s First Ever Monster Truck Front Flip”, ανάμεσα στην τρυφερότητα του “Golden Trunks” και στη σοσιαλμιντιακή κριτική του “Batphone”, ο ακροατής μάλλον περνάει θαυμάσια.

Αλλά δεν νιώθεις ποτέ ότι υπήρξε κάποια επείγουσα καλλιτεχνική ανάγκη να γραφτούν τα συγκεκριμένα τραγούδια, όσο καλαίσθητα και να είναι. Δεν αισθάνεσαι ποτέ δηλαδή ότι οι Arctic Monkeys ΕΙΝΑΙ αυτά τα τραγούδια.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment