Album of the Week #169

Paul McCartney

Egypt Station

Image result for egypt station mccartney

Το καινούριο, 17ο άλμπουμ του Macca (ή το 24ο, ανάλογα με το πώς αντιλαμβάνεστε τους Wings) έρχεται ορμητικό, με μια γκάμα στιλ και κατευθύνσεων που διεκδικούν περίοπτη θέση ανάμεσα στις καλύτερες σόλο στιγμές του σπουδαιότερου συνθέτη του 20ού αιώνα. Ο μεταμεταμοντερνισμός έχει ακυρωθεί πλήρως και όλα έχουν ξαναγυρίσει ενστικτωδώς στις ρίζες τους. Στις αυθεντικές μελωδίες, δηλαδή. Εδώ είμαστε.

Η γεροντική άνοια ούτε με το κυάλι δεν μπορεί να βρει τον Paul McCartney, ο οποίος, αν και δεν κουνιέται ιδιαίτερα από την ασφαλή νηνεμία των δαφνών του, μπορεί και κεντάει γνησιότητα πάνω στους αρμούς της καινούριας του συγκομιδής. Τον ακούς για παράδειγμα στο τρυφερό “Come Οn Τo Me”, να τραγουδάει για την καλή του με εκείνη τη γλυκόπικρη διάθεση την οποία έχει ένας εραστής που δεν τον καίει η θύελλα της ερωτικής κατάκτησης, αλλά προτιμάει να γεύεται τα γενναιόδωρα χαμόγελα του φλερτ. Σε επίπεδο μάλιστα αφήγησης κερδίζει κατά κράτος, όντας προσιτός και με θυελλώδη όρεξη για αρμονίες, η οποία μεταβολίζεται σε εμπνεύσεις με τη μορφή στρογγυλών κομματιών. Η ικανότητά του παραμένει απαράμιλλη. Μιλάμε άλλωστε για τον πατριάρχη της αγαπησιάρικης pop που άνθισε στη Δυτική ακτή· αυτή που φέρνει στα ηχεία λίγο απ’ τον καλιφορνέζικο αέρα.

Ο McCartney είναι επαγγελματίας τραγουδοποιός από το 1958 (ναι, 60 χρόνιαείναι) και παραμένει στιλιστικός, αλλά και πονηρός στις λύσεις που σκαρφίζεται, με ένα τσαγανό το οποίο δεν αντιλαμβάνεσαι από πού πηγάζει. Αυτή τη φορά τον βοηθάει ο παραγωγός Greg Kurstin, ο οποίος έκανε θαύματα με την Adele. Το νέο άλμπουμ διαθέτει έτσι τραγανή roots pop κρούσταμε καλιφορνέζικη μαγιά. Από το rock ‘n’ roll του “Who Cares” μέχρι την ακουστική χαρμολύπη του “Smile Away” και από την πιανιστική «ζέστη» του “Hand In Hand” μέχρι το περιπετειώδες “Back In Brasil”, τα «αγκιστράκια» των τραγουδιών πιάνουν από τα αυτιά τον ακροατή και κάνουν τα πόδια να χορεύουν μόνα τους.

Νοηματικά, το Egypt Station αποκτά το σχήμα ενός φαντασιακού τρένου μεγάλων αποστάσεων, που «μετουσιώνει» όλη τη συναισθηματική γκάμα της μουσική του Macca και την εγκαθιστά στο σήμερα· όχι μόνο ως βιώσιμο υλικό, αλλά και ως λειτουργικό ιδίωμα. Την εξυπνάδα των Wings τη συναντάς στην αδιανόητη κλιμάκωση του “Despite Repeated Warnings” (τραγούδι που θα είχε άνετα θέση στο Band On The Run). Με τα σεξουαλικά δε υπονοούμενα του “Fuh You”, την ηλιόλουστη ψυχεδέλεια του “Do It Now” και τον ρυθμό του τσαμπουκαλεμένου “Caesar Rock”, ο McCartney συμπεριφέρεται σαν να προσπαθεί να τακτοποιήσει όλες τις καλλιτεχνικές του εκκρεμότητες.

Στην πραγματικότητα, βέβαια, δεν έχει καμία εκκρεμότητα· ούτε με τα ακροατήρια που έθρεψε, ούτε με τον εαυτό του. Ακόμα και αν δεν έκανε την ύστερη καριέρα του Bob Dylan, του Leonard Cohen ή ακόμη και του Johnny Cash, ο Paul McCartney συνεχίζει να γιορτάζει τις μικρές απολαύσεις της ζωής, με γενναιόδωρες μελωδίες που αιχμαλωτίζουν τα αυτιά κάθε δυνητικού ακροατή. Ξεπερνώντας «δυναμικά κοινά», γελοίες στατιστικές με target groups και ηλικιακά στεγανά.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #168

Florence And The Machine
High As Hope

Υπάρχει κάτι στη φωνή της συμπαθέστατης Florence Welch που συχνά με κρατούσε σε απόσταση από το φωναχτό της δράμα, κάνοντάς με να διατηρώ μια στάση «εγωιστική» στα προηγούμενα 3 άλμπουμ. Η «ορχηστράρα» βρισκόταν μονίμως σε παροξυσμό και αυτή τελάλιζε με μανία, σαν να καλούσε όλες τις λαβωμένες καρδιές του κόσμου να συστρατευτούν για να καταστρέψουν τα κατακτημένα εδάφη όσων πρώην και νυν τις απέρριψαν. Εκείνες οι Ναπολεόντειες επάρσεις και η «καθεδρική» υπερδιέγερση που έβγαζε στο μικρόφωνο, με πετούσαν έξω: δεν μπορούσα να συμμετάσχω συναισθηματικά σε ό,τι οι μαρκετίστες πουλούσαν ως «σοφιστικέ pop».

Στο 4ο της άλμπουμ –και το πρώτο ως superstar που μπορεί πλέον να κατακτήσει τον κόσμο με τη ραδιοφωνική δύναμη των τραγουδιών της– ζει το ψυχόδραμά της πιο ανθρώπινα και με λιγότερη πώρωση. Πάλι καλά, γιατί όταν δεν παρασύρεται στον ρόλο της «υπερευαίσθητης Μπουμπουλίνας με μικρόφωνο», η Welch αφήνει χώρο στα τραγούδια να ανθίσουν και σε εμάς να απολαύσουμε τη μελωδική τους πληθωρικότητα, χωρίς να μας πνίγουν οι τσιτωμένες φωνάρες.

Τα τραγούδια του High Αs Hope είναι ρομαντικά και όμορφα, σαν φθινοπωρινά τοπία. Το γούστο της παραγωγής βρίσκεται μονίμως σε ένα επίπεδο πάνω από τον μέσο όρο, ενώ υπάρχουν κάμποσες στιγμές που μπορούν να εγγυηθούν απολαυστικές, all-day ακροάσεις στην κρεβατοκάμαρα· πάντα με χαρτομάντιλα στα κομοδίνο, βέβαια, για να μην ξεχνιόμαστε από τα αδικαίωτα αισθήματα.

Η συμφωνική pop παθαίνει συχνά-πυκνά τις γνωστές ταχυπαλμίες, όμως τα τραγούδια δεν αφρίζουν και δεν παίζουν με τις αντοχές σου. Οι εμβατηριακές μπαλάντες, τα παραγεμισμένα δράματα και οι ανηφορικές μελωδίες, δεν κρύβουν αυτή τη φορά τόσο ψυχαναγκασμό. Μπορείς λοιπόν να συμμετέχεις στα πάθη της Welch, όχι γιατί σου τα τραγουδάει στα μούτρα σαν παγανιστική ιέρεια με απόλυτα ανοιχτό το στόμα της, αλλά γιατί σε πείθουν οι αυτοβιογραφικές ματιές στο εφηβικό της παρελθόν.

Τελικά η Florence Welch μπορεί να υπερηφανευτεί πως δεν έχει φθαρεί –ούτε  καλλιτεχνικά, ούτε στιλιστικά– παρά την ιλιγγιώδη επιτυχία της. Το αδηφάγο κτήνος της δημοφιλίας δεν την έχει αλλοτριώσει και διαθέτει ακόμη την αποδραστική δύναμη που την έκανε να ξεχωρίζει. Κάπου ανάμεσα στην υγρασία της Siouxsie και στην ευθύτητα της Chrissie Hynde, ακούγεται τόσο ατόφια και ακέραιη, ώστε είναι δύσκολο να μη σε συγκινήσει λίγο ή και πολύ.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Climax

Image result for climax gaspar noe

Το Climax είναι ακριβώς αυτό που περιμένεις από τον Gaspar Noé: Μια χαζευτική αερολογία, ένα πονηρά σερβιρισμένο τίποτα, μια αλαζονική χασμωδία και ταυτόχρονα ένα αναίτιο μισανθρωπικό μανιφέστο, βουτηγμένο μέχρι το κεφάλι στη βιρτουοζιτέ, ενώ χωράει σε μια σελίδα σεναρίου. Ίσως να χωράει και σε μια πρόταση: Ένα ομαδικό acid trip που πήγε (πολύ) στραβά.

Το αντιπαθείς αμέσως. Όμως δεν μπορείς να σταματήσεις να μιλάς γι’ αυτό και δεν βλέπεις την ώρα να το ξαναδείς.

Θα κρατήσετε όμως για πάντα το εναρκτήριο χορευτικό με αυτή την κομματάρα.

Posted in Cinema | Leave a comment

The Man Who Dreams of Giants

Χίλιες φορές προτιμώ την ημιαποτυχημένη προσπάθεια του Τέρι Γκίλιαμ να τα βάλει με τους ανεμόμυλους του μυαλού του (και να χάσει) παρά ένα ακόμα πανάκριβο, δίωρο κασκεντεριλίκι του Τομ Κρουζ σε ακίνδυνη αποστολή. Ο Τέρι προσπαθούσε σχεδόν 30 χρόνια να τιθασεύσει την εμμονή του με την ιστορία του Δον Κιχώτη (κάτι ανάλογο που είχε κοστίσει και στον Όρσον Γουέλς πολύ χρόνο, κόπο και χρήμα) και στην πορεία παραδόθηκε και ο ίδιος στην ευδαιμονία της καλλιτεχνικής τρέλας.

Η παραμυθόπληκτη φαντασία του Γκίλιαμ μας χάρισε τον τελευταίο ρομαντικό της μύθο, με εμμονές που κρατούν από το Holy Grail ακόμα. Οι αυταπάτες μπλέκονται σε κάθε πλάνο με τη λογική και η σκληρή πραγματικότητα παρεισφρέει στο παραμύθι.

Το σενάριο της ταινίας, με το πέρασμα του χρόνου γίνονταν όλο και πιο αυτοαναφορικό. Τελικά, αφού ο Τέρι είδε και απόειδε με τα πολλαπλά false start της παραγωγής, το φιλμ επικεντρώθηκε (ολίγον Φελινικά) στη φύση του «σινεμά του δημιουργού» και στις συνέπειές του στην πνευματική ισορροπία όσων ζουν για τα passion project τους.

Γιατί ένας από τους πιο αναρχικούς σκηνοθέτες που δούλεψαν στο Χόλιγουντ και ποτέ τα στούντιο δεν μπόρεσαν να κατανοήσουν (πόσο μάλλον να πουλήσουν) είχε την ανάγκη να πει αυτή την ιστορία; Ίσως γιατί ο Γκίλιαμ, ένας storyteller παλιάς κοπής λίγο πριν τα 80 του, σε μια εποχή που η φαντασία αντικαταστάθηκε από τις CGI χασμωδίες των executives που θεωρούν μονόδρομο επιτυχίας το άνοιγμα στο box office, νιώθει πιο μόνος από ποτέ.

Πάντως η 12η προσωπική ταινία του, όσο ατσούμπαλη κι αν είναι στα σημεία και όσο ευρηματική στο σύνολό της, κλείνει αισιόδοξα: με την επικράτηση των παραισθήσεων. Άλλωστε το μικρόβιο της αποδραστικής φαντασίας και ο χειροποίητος ρομαντισμός δεν θα πεθάνουν ποτέ.

Μπορείς να ξεκουραστείς τώρα, Τέρι. Τα κατάφερες καλά.

Posted in Cinema | Leave a comment

Album of the Week #167

Nine Inch Nails

Bad Witch

Η ιδέα της μετάλλαξης είναι επαναλαμβανόμενο μοτίβο στη δισκογραφία του Trent Reznor. Αυτή η ιδέα λάμπει ξανά στα σκιώδη και υγρά τραγούδια τoυ Bad Witch και μάλιστα με τον πιο βρώμικο τρόπο: ο δημιουργικός νιχιλισμός των Νine Inch Nails δίνει ξανά το παρών. Στον πυρήνα των νέων κομματιών κυριαρχούν οι αγωνίες του σύγχρονου, αλλοτριωμένου ανθρώπου, σε μια χαοτική κοινωνία η οποία τον καταπίνει σαν κινούμενη άμμος. Η συλλογική ύβρη, δεν αφήνει περιθώρια λύτρωσης. Αυτήν τη συλλογική συνενοχή και το γενικότερο αίσθημα απελπισίας ο Reznor το περιγράφει με ταραγμένα ντραμς και με τολμηρά ηλεκτρονικά πειράματα, θέλοντας να μας ρίξει σε μια θύελλα από οργανωμένους θορύβους.

Το Bad Witch είναι επιβλητικό και κάργα ατμοσφαιρικό, με τον Reznor να προκρίνει το δέος και να βροντοφωνάζει: «όλα είναι αισθητική». Σίγουρα θα συμφωνούσα με όλο μου το είναι, αν δεν αφηνόταν ακάλυπτη η ανάγκη μου να επικοινωνώ συναισθηματικά με τη μουσική. Ο Reznor δείχνει πλέον δηλαδή τόσο απορροφημένος από τη φορμαλιστική μανία του Atticus Ross, ώστε δεν προλαβαίνει να ασχοληθεί με προσωπικές ευαισθησίες. Συναισθηματικά, έτσι, δεν κυρτώνει πουθενά στο νέο άλμπουμ, κάτι που δεν συνέβαινε στις καλύτερες στιγμές του παρελθόντος, π.χ. στο The Downward Spiral (1994) ή στο Fragile(1999). Εδώ, οι συνθέσεις του προκρίνουν μονίμως το διαταραγμένο και αφανίζουν το τρυφερό. Προκρίνουν την κλινική παρατήρηση και ατενίζουν τους ακροατές ως κουκκίδες. Η ένστασή μου βρίσκεται στο ότι οι κουκκίδες αυτές είναι ζωντανές και έχουν (και) συναισθηματικές ανάγκες.

Ωστόσο οι Νine Inch Nails εξακολουθούν να κάνουν τις σύγχρονες, τσαμπουκαλεμένες nu metal μπάντες να θυμίζουν κολεγιακή κομεντί στην Καλιφόρνια. Τα παραμορφωμένα πνευστά του “Play Τhe Goddamned Part” φτιάχνουν ένα ευπρόσδεκτο ταξίδι στους στοιχειωμένους εφιάλτες του Ντέιβιντ Λιντς. Στο “Shit Mirror”, πάλι, η Αμερική κοιτάζεται στον καθρέφτη –και το είδωλο είναι αποκρουστικό. Η γκροτέσκο ατμόσφαιρα του “I’m Not From This World” σε παρασύρει σε έναν ψυχεδελικό σαματά. Και φυσικά υπάρχει και το “God Break Down Τhe Door”, το οποίο αντλεί από τους ύστερους πειραματισμούς του David Bowie· πραγματικά ακούγεται σαν μπάσταρδο ξαδερφάκι που ξέφυγε από τα sessions του Blackstar.

Ο Reznor εξακολουθεί λοιπόν να στήνει ωραίους, αυτοκαταστροφικούς χορούς γύρω από φωτιές σε βιομηχανικά τοπία. Ας υστερεί με τα χρόνια σε συναισθηματικό επίπεδο. Τουλάχιστον εξακολουθεί να έχει πίστη στον ήχο που ο ίδιος επινόησε, άσβεστη φλόγα, ουρλιαχτή κορώνα, ανεξέλεγκτα όργανα και πληθωρική δεξιοτεχνία. Ίσως έχουμε ξεχάσει τι σήμαιναν κάποτε όλες αυτές οι αξίες, τις οποίες βρίσκαμε σε τραγούδια όπως το “If They Move Kill ‘Em” των Primal Scream. Δεν έπρεπε όμως ποτέ να τις ξεχάσουμε.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Bill Murray, Jan Vogler & Friends: New Worlds

24Blmr_5.jpg

Kαθώς μεγαλώνει, ο Bill Murray αποκτά το βλέμμα ενός «καλλιτέχνη» που, ενώ έχει δει τα πάντα, δείχνει να μην εντυπωσιάστηκε. Όχι γιατί δεν αισθάνθηκε πολλά, αλλά γιατί κατάφερε να προσπεράσει τα προφανή και να αντικρίσει τη ματαιότητα και την ομορφιά αυτού του κόσμου.

Πάμε πάλι, χωρίς τις υπερβολές που πρώτος ο ίδιος ο Murray θα ακύρωνε.

Έχει εκείνο το βλέμμα του σιωπηλού παρατηρητή, ο οποίος έχει δηλώσει εδώ και καιρό μια διακριτική «παραίτηση», επιμένει όμως να σε κάνει να γελάς –όχι παριστάνοντας τον αστείο, αλλά με το να γίνεται όλο και πιο ανθρώπινος. Το βλέμμα του καθώς μεγαλώνει γίνεται όλο και πιο τρυφερό, πιο ήπιο και αγνό, επειδή εντυπώθηκαν πάνω του αρμονικά όσα έμαθε και έζησε. Όσο αρμονική ήταν και η μουσική συνύπαρξή του με τον Jan Vogler, στη σκηνή του Ηρωδείου. Όσο αρμονικά έδεσε η ποίηση του Walt Whitman με τον πιανιστικό ιμπρεσιονισμό του Μωρίς Ραβέλ.

24Blmr_2.jpg

Η τυχαία συνάντηση του Αμερικάνου ηθοποιού με τον Γερμανό τσελίτσα, τού έδωσε την ευκαιρία να εκφράσει την αγάπη του για τη μουσική και τη λογοτεχνία μέσα απ’ τον υπέροχο δίσκο New Worlds (2017). Αυτήν την ηχογράφηση μας έκαναν την τιμή να παρουσιάσουν στο Ηρώδειο, πλαισιωμένοι από την έξοχη βιολονίστρια Mira Wang και την εξαιρετική πιανίστρια Vanessa Perez. Το ασύμμετρο σχήμα κατάφερε να αναπτύξει πλήρως τις ιδέες του απρόσμενου δισκογραφικού πειράματος και κυρίως να μας παρασύρει σε μια ιστορική αναδρομή με άξονα τον αμερικάνικο πολιτισμό. Φαινομενικά, ωστόσο, η παράσταση έμοιαζε με τρυφερό φόρο τιμής σε ήρωες της αμερικάνικης λογοτεχνίας και σε μουσουργούς που άφησαν το αιώνιο σημάδι τους στην εξέλιξη της μουσικής.

Επάνω στη σκηνή, η αφήγηση του Μurray σε απόσπασμα του «Ελαφοκυνηγού» του James Fenimore Cooper αγκαλιάστηκε από τη μουσική του Φραντς Σούμπερτ, ενώ το “Moon River” του Henry Mancini άφησε χώρο για αποσπάσματα από τις εκλεκτές «Περιπέτειες του Χακ Φιν» του Mark Twain. Οι εικόνες του αμερικάνικου Νότου έμπλεξαν με τους στίχους του Τom Waits και μας έστειλαν περιπατητές με μια άλλη Αμερική. Οι επιλογές όμως δεν ήταν τυχαίες. Στον πυρήνα της παράστασης υπέβοσκε ένα πολιτικό σχόλιο για την παρακμάζουσα Αμερική του Τραμπ, η οποία σκεπάζει σαν μαύρο σύννεφο τον πλανήτη. Όχι σαν πολιτικάντικο «κατηγορώ», αλλά σαν ταξίδι στην καρδιά όσων έκαναν σπουδαία την καλλιτεχνική παράδοση των Ηνωμένων Πολιτειών. Ανάμεσα στα τραγούδια ξεπρόβαλε έτσι ένας ήπιος στοχασμός επάνω στη διαστρέβλωση της παράδοσης, δίχως δημαγωγία και φανφάρες. Το αφηγηματικό νήμα των επιλογών διέσχιζε την αόρατη αμερικάνικη ιστορία, από την καταπάτηση της γης των Ερυθρόδερμων (δια χειρός Fenimore Cooper), μέχρι την εκμετάλλευση των Μαύρων (μέσω των γλαφυρών αφηγήσεων του Mark Twain).

24Blmr_3.jpg

Πρόκειται για καλλιτεχνικό εγχείρημα αναγκαίο στην εποχή της απαξίωσης κάθε σπουδαίας κληρονομιάς. Δεν χρειάζονται περισπούδαστες αναλύσεις σε οποιοδήποτε ζοφερό παρόν, μας είπαν με στυλ οι εμπνευστές του New Worlds. Με μια απλή επίσκεψη στο West Side Story του Leonard Bernstein (1957), μπορείς να βρεις νέα μηνύματα για την εποχή του ναρκισσισμού των σέλφι στα social media ακούγοντας ξανά το “I Feel Pretty”, αλλά και για την πληγή του μεταναστευτικού στο “America” (διάολε, το Πουέρτο Ρίκο ΕΙΝΑΙ στην Αμερική). Η πένα του James Thurber, επίσης, σατίρισε τη μεγαλομανία των ανθρώπων της εξουσίας, ενώ το πνεύμα του Ernest Hemingway έλαμψε στις χειμαρρώδεις συνεντεύξεις του· η στωική αφήγηση του Murray μας βοηθούσε να συνδέσουμε τις τελείες και να κάνουμε τους συσχετισμούς μας με τη φιλοσοφία της παράστασης.

Φυσικά ο δείκτης ψυχαγωγίας ήταν ρυθμισμένος πολύ ψηλά, με τον Μurray να αναλαμβάνει τον ρόλο του οικοδεσπότη που ξέρει πότε να δώσει χώρο στους σολίστ και πότε να κλέψει την παράσταση με το πηγαίο του χιούμορ. Όταν δεν απήγγειλε, όταν δεν χόρευε, όταν δεν προκαλούσε το sing-along του κοινού και όταν δεν καθόταν διακριτικά πίσω από το πιάνο, αναλάμβανε χρέη crooner. Μας χάρισε λοιπόν όμορφες ερμηνείες στο μοναχικό blues “When Will I Ever Learn To Live In God” του Van Morrison, στο σαρκαστικό “It Ain’t Necessarily So” από τη θρυλική όπερα του George Gershwin Porgy And Bess, αλλά και στο “Jeanie With The Light Brown Hair” του Stephen Foster (η ερμηνεία του εδώ πλησίασε περισσότερο την εκδοχή του Sam Cooke). Το φινάλε τον βρήκε να μοιράζει μια ανθοδέσμη με τριαντάφυλλα στο κοινό, χαρίζοντας χαμόγελα, ενόσω οι μουσικοί καταχειροκροτούνταν.
Ο Bill Murray θα ήταν ένας από εμάς, αν δεν μας χώριζαν από εκείνον ωκεανοί από coolness και κατακτημένης γνώσης. Το ταλέντο του, ούτε καν το υπολογίζω.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #166

Arctic Monkeys

Tranquility Base Hotel + Casino

Πολύ θα ήθελα να ακούσω μια άσκηση ύφους πάνω στη μουσική του Serge Gainsbourg (ας πούμε) από έναν μεταμοντέρνο/ρετρό ερμηνευτή σαν τον Richard Hawley (ας πούμε). Δεν θα ήθελα όμως να ακούσω το συγκεκριμένο πείραμα από ένα συγκρότημα σαν τους Arctic Monkeys –από τους Last Shadow Puppets ίσως να ήταν πιο ευπρόσδεκτο.

Η φρεσκάδα ιδεών που έφερνε ως τώρα το γκρουπ με κάθε νέο δίσκο υποχωρεί, αφήνοντας έδαφος σε εξυπνακισμούς. Η μπάντα που πάντα έκανε ρουά ματ κινήσεις στην καρδιά των βρετανοθρεμμένων millennials (κυρίως εκείνων που έχουν indie ευαισθησίες), είναι εδώ πιο αμήχανη από ποτέ. Υπάρχει μια άβολη ανάγκη για νέο στυλ στο Tranquility Base Hotel + Casino. Ακόμη κι αν τα τραγούδια συχνά δημιουργούν ονειρόκοσμους, σε ξενοδοχεία πολυτελείας στο φεγγάρι.

Στο Tranquility Base Hotel + Casino υπάρχουν βέβαια υπέροχα αγκιστράκια, τα οποία σε κρατούν αγκαλιά με αγαπημένα ακούσματα: το γλυκό σόλο στο “One Point Perspective”, οι επισκέψεις του φαντάσματος του David Bowie και οι αδιόρατες glam rock πινελιές στο “Four Out Of Five”, που τις αισθάνεσαι γαργαλιστικά, σαν γλώσσα στο αυτί… Πρόκειται όμως για ζυγισμένες αναπαραγωγές αυθεντικών ήχων.

Στο 6ο του άλμπουμ, το κουαρτέτο απ’ το Σέφιλντ δείχνει να περιφρονεί τη ρεαλιστική πραγματικότητα με την ίδια ένταση που περιφρονεί και τα ρεφρέν. Οι στίχοι περιστρέφονται γύρω από pulp ιστορίες με εξωγήινες αποικίες και τέρατα του διαστήματος, με τη sci-fi αυτή θεματική να έρχεται ποτισμένη με jazzy κιθάρες, οι οποίες συνοδεύουν τις soul αφηγήσεις. Μην περιμένετε ωστόσο να σιγομουρμουρήσετε κάποιον στρογγυλό ρυθμό: κάθε που ξεκινάει το επόμενο τραγούδι, έχεις ξεχάσει τι άκουγες στο προηγούμενο. Ο ακροατής ψάχνει μάταια να βρει έναν ρυθμό να κρατήσει στη μνήμη του, σαν να ψάχνει για χειρολαβή να κρατηθεί στο τρένο.

Υπάρχουν λοιπόν δύο μεγάλα αρνητικά στο Tranquility Base Hotel + Casino.

Πρώτα-πρώτα, βρίσκω αποκαρδιωτικό ότι μία ομάδα φρέσκων ακόμη παιδιών, στέκει πρόθυμη να σου πει τα πάντα για τη νοσταλγία, αλλά είναι αδιάφορη για το αύριο. Σαν να μην υπάρχει ένας καινούργιος τροχός που περιμένει να ανακαλυφθεί από τους ταλαντούχους αυτού του κόσμου. Το άλλο αρνητικό είναι πως οι Arctic Monkeys μπαίνουν σε ένα αντιδημοκρατικό …«Radiohead mode». Με άλλα λόγια, οι υπόλοιποι μουσικοί συρρικνώνονται μπροστά στις υπαρξιακές και στυλιστικές αγωνίες ταυτότητας και αυτοέκφρασης του μπροστάρη Alex Turner.

Ο Turner θέλει να προκρίνει το ταλέντο του ως αναμοχλευτής της γαλανομάτας soul και ως σκαπανέας της βινυλιακής παράδοσης. Υποδύεται έτσι τον δανδή της νυχτερινής soul, τον crooner που τραγουδάει για ολιγάριθμο κοινό το οποίο χύνει δάκρυα στη μπύρα του, τον φαλσέτο τύπο που κουβαλάει εμπειρία, τον lounge κήρυκα των αρετών του «αναλογικού» κόσμου. Δεν σχετίζεται όμως με καμία από τις αντίστοιχες κουλτούρες· απλά τις παριστάνει πειστικά για τις ανάγκες της στροφής που αποφάσισε το συγκρότημα, 5 χρόνια μετά το εκρηκτικό ΑΜ του 2013.

Οι Arctic Monkeys φαίνονται να έκαναν πραγματικά πολλές ώρες brainstorming ώστε να βρουν τον δρόμο που ήθελαν να ακολουθήσουν προκειμένου να μην πέσουν σε παγίδες επανάληψης. Όμως τελικά δεν προκύπτει από πουθενά η ανάγκη για κάτι ουσιαστικό. Μοναδικός στόχος στο Tranquility Base Hotel + Casino μοιάζει η ψυχαγωγία με χωνεμένους ήχους από τη δισκοθήκη. Ανάμεσα λοιπόν σε επάξια καλούδια όπως το τεχνοφοβικό “She Looks Like Fun”, το αντικαπιταλιστικό “The World’s First Ever Monster Truck Front Flip”, ανάμεσα στην τρυφερότητα του “Golden Trunks” και στη σοσιαλμιντιακή κριτική του “Batphone”, ο ακροατής μάλλον περνάει θαυμάσια.

Αλλά δεν νιώθεις ποτέ ότι υπήρξε κάποια επείγουσα καλλιτεχνική ανάγκη να γραφτούν τα συγκεκριμένα τραγούδια, όσο καλαίσθητα και να είναι. Δεν αισθάνεσαι ποτέ δηλαδή ότι οι Arctic Monkeys ΕΙΝΑΙ αυτά τα τραγούδια.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album Of The Week #165

Kylie Minogue

Golden

Το φλερτ της αξιολάτρευτης Kylie Minogue με την κάντρι αποδείχθηκε τόσο επιφανειακό, όσο η selfie ενός κοριτσιού με ένα μπάντζο κι ένα καουμπόικο καπέλο από τις βιτρίνες του Μανχάταν, κάτω απ’ το hashtag #country.

Δεν μπορώ να φανταστώ πώς έπεισαν οι παραγωγοί αυτού του δίσκου την Αυστραλέζα σταρ για μια τόσο αχρείαστη στροφή. Μάλλον υπέθεσαν ότι θα πιάσουν τον ελεγχόμενο παλμό του «μέσου» έφηβου, που μπορεί να παγιδευτεί στην ουδετερότητα της ροδομάγουλης pop. Αλλά το Golden καταλήγει ιδανικό παράδειγμα για το πώς να φτιάξετε ένα τεχνικά σωστό άλμπουμ χωρίς να συμπεριλάβετε τίποτα το ουσιώδες, ξοδεύοντας χρόνο και ενέργεια δίχως καμία προκοπή. Το πώς καταφέρνουν κάποιοι παραγωγοί και αποπροσωποποιούν τα πάντα, είναι απορίας άξιο.

Στο ναρκωμένο περιεχόμενο του δίσκου συνυπάρχουν όλα τα στιχουργικά κλισέ περί «πτώσης» της κάθε Katy Perry εκεί έξω (“Stop Me From Falling”), με samples που νομίζουν ότι αναβιώνουν τη μουσική των σπαγγέτι γουέστερν (“Golden”). Εντοπίζονται επίσης κιτς δράματα τα οποία πολύ θα ήθελαν να αντλήσουν απ’ την παράδοση της Dolly Parton (“One Last Kiss”), καθώς και μπόλικο γιαλαντζί groove, που θυμίζει λοβοτομημένη girly pop για νηπιαγωγεία (“Shelby ’68”). Τα τραγούδια του Golden θέλουν ψυχαναγκαστικά να ασχοληθείς μαζί τους, χωρίς όμως να υπάρχει κανένας απολύτως λόγος. Πώς να συναινέσεις στην κοινοτοπία; Ούτε καν το ακροατήριο το οποίο έχει μουδιάσει πια από την μαλθακή pop δεν αντέχει άλλο. Για παράδειγμα, υποθέτω ότι ο Chris Martin δεν ήταν διαθέσιμος ή ήταν πολύ ακριβός για να τραγουδήσει την απαραίτητη μπαλαντόσουπα “Music’s Too Sad Without You”. Έπρεπε έτσι να υποστούμε κάποιον τροβαδούρο με το όνομα Jack Savoretti.

Η Kylie Minogue δεν μπορεί να ανέβει στα τακούνια της Shania Twain και να καβαλήσει αυτό το κομμάτι του mainstream, οπότε καταφεύγει στην άγευστη χαριτωμενιά. Ακούγεται λοιπόν σαν ζαχαρομπουμπού με μόνη προτεραιότητα το να μην ξεβολευτεί. Το σύνολο του Golden μπορεί να χαρακτηριστεί «γλυκουλίνικο» και τα τραγούδια του «τζουτζουκάκια», ερμηνευμένα από μια χαριτωμένη bimbo, η οποία νιώθει σαν σπουργιτάκι. Μέσα σε αυτήν την επιτομή της σιγουράτζας, ξεχωρίζει μετά βίας το “Raining Glitter” που διαθέτει ένα σχετικό ρυθμό, αν και δεν θα γίνει ποτέ “Love Profusion” (όπως θα ήθελε), γιατί πνίγεται με την ίδια τη ροζ τσιχλόφουσκα που μασάει εμμονικά. Όλα τα υπόλοιπα κομμάτια ακούγονται τόσο άνοστα, ώστε κάνουν τις «αμαρτωλές» μέρες των Stock, Aitken & Waterman να μοιάζουν με περασμένα μεγαλεία.

Το καταγέλαστο Golden, πλην της μίας μονοκοπανιάς κατανάλωσής του, δεν θα το «χρειαστεί» κανείς ξανά. Ας ελπίσουμε ότι η άστοχη κίνηση της πανέμορφης Αυστραλέζας θα μπει γρήγορα κάτω απ’ το χαλάκι με τον επόμενο δίσκο της. Δεν το αξίζει άλλωστε κάτι τέτοιο η τραγουδίστρια που υπήρξε το απόλυτο Ιt girl της χορευτικής pop. Ας κάνουμε επομένως όλοι μαζί ότι δεν συνέβη ποτέ. Το έχει κερδίσει αυτό το μικρό συγχωροχάρτι.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album Of The Week #164

The Last Drive

TheLastDrive

Πάντα υπήρχε ένα ανοιχτό δισκογραφικό ραντεβού με τους Last Drive και το νέο τους album είναι ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να γεννήσει αυτή η αέναη υπόσχεση. Πόσω μάλλον μετά από μια μακρά πορεία γεμάτη δάφνες και τεταμένες σιωπές, και χωρίς τη βαρετή τυπολατρία που συνήθως συνοδεύει ένα reunion. Πέραν της τεχνικής – εκτελεστικής υπεροχής τους, το ευτυχές με τους Last Drive είναι ότι ακούγονται ως οφείλει να ακούγεται μια μπάντα που δεν έχει κωλύματα σχετικά με το που ανήκει και που δεν υποφέρει από άγχος να προλάβει το τρένο της τρέχουσας εποχής. Η κατασταλαγμένη φιλοδοξία τους, προσφέρει το έδαφος για στομφώδη ήχο, που παραπέμπει στον ζόφο του stoner και τη βαρβάτη ατμόσφαιρα του αιχμηρού heavy rock.

Το album αυτό είναι μια ροκ σιδηροκατασκευή που δεν υποκύπτει ποτέ στον μπαμπούλα της macho αυτοέκφρασης. Πρόκειται για ένα κιθαροντυμένο σύνολο τραγουδιών, ορθόδοξο στις γραμμές και γκρουβαριστό μέχρι λιποθυμίας, που το συγκρότημα παίζει απλά και ξάστερα. Τα κομμάτια είναι ανέγγιχτα απ’ τις συνήθεις αλλοτριώσεις, τους συμβιβασμούς και τις ρυτίδες στον ήχο των «καταξιωμένων». Όπως για παράδειγμα το Snakecharmer, που ψυχεδελίζεται ηδονικά χωρίς να ακυρώνει τις βασικές συνισταμένες ενός τραγουδιού.

Ο δίσκος αποτελεί μια πύρρεια νίκη απέναντι σε δύσπιστους (όπως κι εγώ) που σε τέτοιες περιπτώσεις περιμένουν μια τυχοδιωκτική ζαριά στην επικαιρότητα. Ο αμόλυντος ήχος και το θανατερά cool στιλ, σε πιάνουν κατάμουτρα και μαρτυρούν όλη τη σοβαρότητα ενός σχήματος που συστάθηκε και ανασυστάθηκε για κάποιους λόγους της προκοπής. Ίσως μέσα μου, το βάρος των τίμιων προθέσεων και των καθαρών ιδεών να βαραίνουν περισσότερο στην ακρόαση απ’ ότι τα ίδια τα τραγούδια, αλλά οι Last Drive είναι κομμάτι ενός ρεύματος (που δεν υπάρχει πια) αδόξαστων ηρώων που έφτιαχναν πλούσια ανεξάρτητη μουσική, με σταχυολογημένα υλικά. Η έκφρασή τους υπακούει σε ένα καθήκον που δεν γίνεται ποτέ άχαρο ή καταναγκαστικό.

Δεν μιλάω για περασμένα μεγαλεία. Τα καινούρια κομμάτια των Last Drive σε κάνουν να πιστεύεις ότι η παρούσα «φάση» που περνάνε, έχει πολλά να σου πει.

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #163

Στέρεο Νόβα

Ουρανός

Ο Ουρανός είναι ένας υπεύθυνος δίσκος.

Να εξηγηθώ. Μια επιστροφή των Στέρεο Νόβα δεν θα συνέβαινε απλώς στις επικεφαλίδες της δισκογραφικής επικαιρότητας, αλλά θα διεκδικούσε ζωτικό χώρο στις καρδιές μας. Ο Κ.ΒΗΤΑ και ο Μιχάλης Δέλτα, 20 χρόνια πιο έμπειροι μετά την τελευταία τους συνύπαρξη στο στούντιο, είναι σε θέση να αντιλαμβάνονται πλήρως τον συναισθηματικό τους αντίκτυπο σε όσους ακούνε τη μουσική τους. Θα μπορούσαν εύκολα λοιπόν να μας συγκινήσουν με δυο instrumental αεροφωτογραφίες πάνω απ’ την πόλη ή με δυο ποιητικές αράδες για διαλυμένα παζλ. Θα μπορούσαν βέβαια και να πατήσουν πάνω στα ηλεκτρονικά layers των έναστρων ambient ουρανών που κέντησαν οι ίδιοι στη δεκαετία του 1990.

Ευτυχώς, δεν μας θέλουν απλούς θεατές, να ξαναβλέπουμε και φέτος το καλοκαίρι από έναν εξώστη την ίδια ταινία. Επιλέγουν αντιθέτως να εξελίξουν τον πυρήνα των στιλιστικών τους αγωνιών. Και το καταφέρνουν με αξιοθαύμαστη ακεραιότητα, βαδίζοντας στον δρόμο της υπευθυνότητας. Αντί λοιπόν να αντλήσουν από την παλέτα του περιφανή μύθου τους, μας χαρίζουν ένα φρέσκο, μορφωμένο σύνολο ιδεών, που φαίνεται πως γράφτηκαν με αφοσίωση από δύο ευαίσθητους τεχνίτες των synths, οι οποίοι χαρτογραφούν το σημερινό αστικό τοπίο και δοκιμάζουν ξανά να το εξημερώσουν.

Οι μουσικοί δρόμοι στον Ουρανό είναι διπλής κατευθύνσεως, καθώς οι Στέρεο Νόβα επιθυμούν να συμμετέχουμε –στοχεύουν στο «μαζί». Έχουν μάλιστα τη διαύγεια να μην περάσουν ξανά απ’ το βιομηχανικό έρεβος του Τέλσον (1996) ή απ’ τη συνεσταλμένη ορμή του Ασύρματου Κόσμου (1994). Οι απαντήσεις άλλωστε για το προς τα πού πάνε οι προσευχές μας όταν πετούν σαν πουλιά, έχουν δοθεί. Αυτό που θέλουν, είναι να ξαναθέσουν τις ερωτήσεις. Και το επιχειρούν με ανάγλυφα instrumentals, τα οποία μπορεί να μην σου χαρίζονται εύκολα, αλλά σε περικυκλώνουν με θέρμη, όπως λ.χ. το υπέροχο “Θηβών“.

Η “Διασταύρωση Ρέιβ“, πάλι, είναι η διανοητική δραστηριοποίηση της χορευτικής εξωστρέφειας: σε κάνει να πετάς πάνω απ’ τα άψυχα κουφάρια της dance κουλτούρας των 1990s και σε απογειώνει. Το πειραγμένο groove της “Ασύμμετρης Διάταξης” ανυπομονεί να θρέψει ημιφωτισμένες, προσωπικές ακροάσεις. Το περιπετειώδες σασπένς στο “Τρίγωνο Φως” διαθλάται στην ατμόσφαιρα και φωτίζει παράξενους cyberpunk χάρτες. Το τραχύ «μαρσάρισμα» στα “Δέντρα” κοιτάζει με αποστροφή τα λιμνάζοντα νερά της σύγχρονης, βιομηχανοποιημένης electronica. Μπορείς να χάνεσαι στα χυμώδη αναπτύγματα στον “Ουρανό” ή να στροβιλίζεσαι με τις εναλλαγές στη διακύμανση του “Βίντεο Κλαμπ” –ένα εθιστικό και μαστορεμένο κομάτι, που δεν πασχίζει απλά να σε ρίξει σε ιδρωμένες πίστες, αλλά θέλει να συντονιστεί με τους καρδιακούς σου παλμούς.

Οι προσωπικές πορείες του Κ.ΒΗΤΑ και του Μιχάλη Δέλτα κατά την τελευταία 20ετία αφήνουν επίσης το αποτύπωμά τους: το μινιμαλιστικό groove του “Δίαυλος 7” θα μπορούσε να ανοίγει το Life Is Now του Μιχάλη (2015), ενώ η ευοίωνη “Νέα Μόδα” θα έβρισκε εύκολα θέση στη Χρυσαλλίδα του Κωνσταντίνου (2012). Όμως ο Ουρανός είναι προϊόν ενός ντουέτου και όχι συνεταιρική δουλειά. Τα δημιουργικά νήματα που τους συνδέουν έρχονται σε σύμπνοια με τη δική μας επείγουσα ανάγκη να θυμηθούμε τα αυτονόητα σε επίπεδο αισθητικής.

Επομένως, η νέα τους συνεισφορά στο σημερινό αστικό soundtrack, αποκτά ζωτική σχεδόν σημασία. Ο στιχουργός που κάποτε μας έκανε να πιστέψουμε ότι μπορούμε να διασχίσουμε ένα πρωινό τον κόσμο, περιορίζει τα λόγια του: μόλις σε 3 τραγούδια δίνει το παρών η ευέλικτη εκφραστικότητά του στο μικρόφωνο –ή σε 4, αν υπολογίσουμε και τη μελαγχολική πρόζα στο ψυχόδραμα της “Ακτογραμμής“· ενός σπαρακτικού επίλογου, ο οποίος σε αφήνει με βουρκωμένα μάτια εξαιτίας της ικετευτικής τρυφερότητας των στίχων.

Τη θέση τους όμως καταλαμβάνουν (υπεύθυνα είπαμε) οι τρυφερές μελωδίες και οι πυκνές ενορχηστρώσεις, που ατενίζουν νέα ηχητικά πεδία και μας πείθουν να τις εμπιστευτούμε. Στην ομορφιά των τραγουδιών αυτού του δίσκου, αποτυπώνεται έτσι μια εικόνα ευδιάκριτη, πολιτισμένη και αληθινή, μια ζωντανή αντανάκλαση των δημιουργών τους.

«Νέα Ζωή», είπατε; Ίσως αυτή να αρχίζει μόλις τώρα.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment

Album of the Week #162

Manic Street Preachers

Resistance Is Futile

Με βασικά εφόδια την προσηλωμένη ενέργεια και το τσαγανό, οι Manic Street Preachers επισκέπτονται ξανά τις μέρες της νιότης τους, όταν βασίζονταν στην κοχλάζουσα αδρεναλίνη τους. Το αγέρωχο ροκ των Βρετανών παραμένει μεστό και λυγερόκορμο. Στον φετινό τους δίσκο συναντάμε ξανά εκείνους τους περήφανους μελοδραματισμούς που στόχευαν στην τίμια κιθαριστική εξωστρέφεια της εργατικής τάξης. Όμως, σε καμία περίπτωση το Resistance Is Futile δεν αποτελεί άλμπουμ «επιστροφής», το οποίο θα πατήσει στα χνάρια που άφησε πίσω του το υπέροχο Futurology (2004).

Ίσως να μην έχει μεγάλη σημασία ότι το νέο άλμπουμ των Ουαλών δεν κομίζει καμία καινοφανή ιδέα και ότι δεν κάνουν κανένα αποφασισμένο βήμα προς τα εμπρός. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι παίζουν εγκάρδια το υλικό τους. Το new wave, η power pop και το macho αμερικανικό rock συγκυβερνούν στο πηδάλιο, αλλά για κάποιον απογοητευτικό λόγο δεν αφομοιώνεις πρόθυμα τον δίσκο στο ακέραιο. Τα τραγούδια, στο σύνολό τους, δεν είναι τόσο διορατικά ή σοφά όσο μας έχει συνηθίσει το συγκρότημα, ώστε τελικά να μας δικαιώσουν.

Δεν ισχυρίζομαι πάντως ότι έχω κάποια μομφή απέναντι στα τραγούδια, δεν έχω μάλιστα καμία αντίρρηση στη μυρωδιά τους. Οι Manics ακούγονται σοβαροί και πειθαρχημένοι, σαν να έχουν μια δουλειά να εκτελέσουν· χωρίς να αστειεύονται και χωρίς διάθεση να υπερβούν τον εαυτό τους. Βέβαια, διαθέτουν τα γαλόνια της πολυεθνικής μπάντας, η οποία δικαιούται να ατενίζει το ακροατήριό της με σχετική αλαζονεία. Υπάρχει ωστόσο μια άβολη αίσθηση πως γράφουν ανερμάτιστα πράγματα, που τα γεμίζουν με γενικολογίες και στο τέλος ακούγονται διάτρητα μέσα στη δυνατή (όπως λέμε loud) παραγωγή.

Η αρσενική τρυφερότητα που ανέκαθεν τους χαρακτήριζε δεν χάθηκε, πάντως· βγάζει μάλιστα περικοκλάδες σε τραγούδια όπως το “In Eternity” ή το κολλητικό “Vivian”. Αλλά παρεμβάλλεται κάτι σαν το “Hold Me Like a Heaven”, που θυμίζει τις άνευρες στιγμές των Coldplay με το γηπεδικό «oh-oh-oh» και σε πετάει άγαρμπα έξω απ’ το τρένο.

Το Resistance Is Futile είναι σαφώς άνισο και μας θυμίζει πως τους Manic Street Preachers αρχίζει και τους νικάει ο χρόνος. Όμως δεν πρόκειται για κάποια αλλοτρίωση στον αισθητικό πυρήνα του συγκροτήματος. Η νίκη του χρόνου είναι πιο ύπουλη, καθώς η έμπειρη μπάντα μοιάζει να έχει εγκλωβιστεί στην κινούμενη άμμο των δικών της σλόγκαν, των απαράλλαχτων hooks και των περασμένων μεγαλείων που θέλει να αναβιώσει. Αυτό που πετυχαίνει τελικά ο δίσκος, είναι να κάνει τα τραγούδια του Holy Bilble (1994) να μοιάζουν με κοφτερά λεπίδια.

Από το Avopolis

Posted in Music | Leave a comment